Blogger Widgets

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Αριστοτέλους Πολιτικά, ενότητα 19η

ΕΙΔΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ - ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
·         Η δημοκρατία με κριτήριο την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών
·         Η δημοκρατία με κριτήριο την κατοχή μικρής περιουσίας
·         Η δημοκρατία με κριτήριο την απουσία νομικού κωλύματος και με υπέρτατη αρχή τον νόμο
·         Η δημοκρατία με κριτήριο την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη και με υπέρτατη αρχή τον νόμο
·         Η δημοκρατία με κριτήριο όλα τα προηγούμενα και με υπέρτατη αρχή τον λαό. Ο κυρίαρχος ρόλος των ψηφισμάτων και των δημαγωγών
ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Ο Αριστοτέλης απαριθμεί πέντε τύπους δημοκρατίας, ξεκινώντας από την καλύτερη μορφή της και καταλήγοντας στη χειρότερη. Το πρώτο είδος δημοκρατίας είναι αυτό που λειτουργεί με βάση την αρχή της ισότητας, και έχει ως χαρακτηριστικά την αρχή της ελευθερίας και την με όμοιο τρόπο συμμετοχή όλων, πλούσιων και φτωχών, στη διακυβέρνηση. Στο δεύτερο είδος δημοκρατίας οι πολίτες αναλαμβάνουν αξιώματα με βάση την περιουσία τους, η οποία όμως ορίζεται ως χαμηλή. Στο τρίτο είδος δημοκρατίας το δικαίωμα ανάληψης αξιωμάτων δίνεται σε όσους δεν έχουν κάποιο νομικό κώλυμα και υπέρτατη αρχή είναι ο νόμος. Το τέταρτο είδος δημοκρατίας είναι αυτό στο οποίο αξιώματα μπορούν να αναλάβουν όλοι, αρκεί να είναι πολίτες και υπέρτατη αρχή είναι και πάλι ο νόμος. Στο τελευταίο είδος δημοκρατίας ισχύουν όλα τα προηγούμενα, υπέρτατη αρχή όμως δεν είναι ο νόμος, αλλά ο λαός, ο οποίος κυβερνά με τα ψηφίσματα, που έχουν περιστασιακό χαρακτήρα, και με την καθοδήγηση των δημαγωγών.
Ερμηνευτικά σχόλια
1. ΤΟ 1ο ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «Πρώτο είδος ... το πρώτο είδος δημοκρατίας». Κύρια χαρακτηριστικά του πρώτου είδους δημοκρατίας είναι η ελευθερία και η ισότητα. Η φράση «υποστηρίζουν μερικοί» υποδηλώνει ότι αυτή η άποψη δεν είναι του ίδιου του Αριστοτέλη, αλλά των υποστηρικτών της δημοκρατίας. Ιδιαίτερα κατατοπιστική πάνω σε αυτό το θέμα είναι κι εκείνη η ενότητα των «Πολιτικών» (Πολιτικά1317 a40 – b17) στην οποία αναφέρονται τα εξής: α) Δύο είναι οι μορφές ελευθερίας που χαρακτηρίζουν τα δημοκρατικά πολιτεύματα, η ατομική και η πολιτική ελευθερία. Ατομική ελευθερία είναι να μπορεί να ζει ο κάθε πολίτης όπως ο ίδιος θέλει («ὡς βούλεται») σε αντίθεση με τον δούλο, ο οποίος δεν είναι ελεύθερος και ζει αντίθετα με τη θέλησή του («ὡς μὴ βούλεται»).Πολιτική ελευθερία είναι να μπορούν όλοι οι πολίτες με τη σειρά («ἐν μέρει») να άρχουν και να άρχονται, να εναλλάσσονται δηλαδή όλοι στα πολιτικά αξιώματα. β) Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι η ισότητα. Σύμφωνα με αυτή όλοι οι πολίτες, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, έχουν ίσα δικαιώματα και προνόμια, δεν κυριαρχούν ο ένας στον άλλο και συμμετέχουν εξίσου («ὁμοίως») στη διακυβέρνηση του κράτους. γ) Η ισότητα, δηλαδή η απαίτηση να θεωρούνται όλοι οι πολίτες ίσοι μεταξύ τους, στη δημοκρατία συνιστά δικαιοσύνη που βασίζεται στον αριθμό και όχι στην αξία. Στα δημοκρατικά όμως πολιτεύματα οι φτωχοί είναι περισσότεροι, συνεπώς έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τους πλούσιους, και έτσι δικαιοσύνη τελικά καταλήγει να θεωρείται η θέληση της πλειοψηφίας.
2. ΤΟ 2ο ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «Ένα δεύτερο είδος ... αυτό το δικαίωμα». Στο δεύτερο είδος δημοκρατίας το δικαίωμα ανάληψης αξιωμάτων έχουν όσοι διαθέτουν έστω και μια μικρή περιουσία, διότι έχοντας εξασφαλίσει χάρη σε αυτή τα «πρὸς τὸ ζῆν», τις προσωπικές τους ανάγκες, μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και στην πόλη για την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος. Καθορίζεται ένα χαμηλό όριο περιουσίας, το οποίο, αν δεν υπάρχει, αφαιρείται το δικαίωμα ανάληψης αξιωμάτων (Πολιτικά 1291b 39-41, «ἄλλο δὲ τὸ τὰς ἀρχὰς ἀπὸ τιμημάτων εἶναι, βραχέων δὲ τούτων ὄντων· δεῖ δὲ τῷ κτωμένῳ ἐξουσίαν εἶναι μετέχειν καὶ τὸν ἀποβάλλοντα μὴ μετέχειν»). «Τούτο ως εσωτερικός λόγος διατήρησης του πολιτεύματος, επιτρέπει με το οριζόμενο μικρό όριο περιουσίας, να φέρει το πολίτευμα τον τύπο της δημοκρατίας. Διότι αν καθένας, ο οποίος αποκτούσε το οριζόμενο ποσό, δεν αποκτούσε συγχρόνως και τα πολιτικά δικαιώματα – και αν, αντίθετα, μαζί με την απώλεια του εισοδήματος δεν έχανε και τα πολιτικά του δικαιώματα, τότε θα χανόταν η βάση που εδραιώνει τα δικαιώματα του κυρίαρχου πλήθους. Και τούτο, γιατί αυτό το πλήθος θα κυριαρχούσε μόνον επειδή απέκτησε κάποτε τα πολιτικά δικαιώματα με βάση το συγκεκριμένο εισόδημα, σε βάρος του πλήθους που αν και έχει την οικονομική βάση, δεν έχει και το πολιτικό δικαίωμα, και άρα η δημοκρατία θα μετέπιπτε σε ολιγαρχία.» (Παναγής Γ. Λεκατσάς). Σε άλλο χωρίο των «Πολιτικών» (Πολιτικά 1294 b 10) ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει το κριτήριο της περιουσίας ολιγαρχικό, αφού μόνο οι «ὀλίγοι» διέθεταν μεγάλες περιουσίες και επεδίωκαν τιμές και αξιώματα. Εφόσον όμως το προβλεπόμενο όριο περιουσίας είναι χαμηλό δεν θεωρείται αντιδημοκρατικό.
3. ΤΟ 3ο ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «Μια τρίτη μορφή ... είναι ο νόμος». Στο τρίτο είδος δημοκρατίας αξιώματα μπορούν να αναλάβουν όσοι δεν έχουν κάποιο νομικό κώλυμα, δεν είναι υπόλογοι για κάτι. Υπέρτατη όμως αρχή είναι ο νόμος, ο οποίος καθορίζει τη λειτουργία του πολιτεύματος και τη δικαιοδοσία πολιτικής αρχής. Συνεπώς, ο νόμος δεν επιτρέπεται να τροποποιείται από την εκάστοτε πολιτική εξουσία που υπόκειται σε αυτόν.
4. ΤΟ 4ο ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «μια άλλη μορφή είναι αυτή ... είναι ο νόμος». Το τέταρτο είδος δημοκρατίας αποτελεί παραλλαγή του προηγούμενου. Προϋπόθεση για την ανάληψη των αξιωμάτων αποτελεί να έχει κανείς την ιδιότητα του πολίτη, χωρίς να ελέγχονται νομικά κωλύματα. Και σε αυτή την περίπτωση όμως κυρίαρχος είναι ο νόμος. Για την Αθήνα εν προκειμένω, η ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη δινόταν σε όσους κατάγονταν από γνήσιους Αθηναίους γονείς. Αυτό μπορούσε να αποδειχθεί με τη νόμιμη ή μη εγγραφή του πολίτη στο ληξιαρχικό γραμματείο των πολιτών. Πάντως κατά τον I. Düring, στο τέταρτο είδος δημοκρατίας δεν λαμβάνεται υπόψη η καταγωγή, αλλά όλοι όσοι έχουν πολιτογραφηθεί ως πολίτες έχουν μερίδιο στις υπηρεσίες, ενώ ο νόμος είναι κυρίαρχος. Κατά τον ίδιο μελετητή, «για την κλασική Ελλάδα αυτή είναι μία αδιανόητη εναλλακτική πρόταση. Η εμμονή στη διάταξη ότι πρέπει κανείς να κατάγεται από γνήσιους Αθηναίους γονείς, για να μπορεί να αποκτήσει τα δικαιώματα του πολίτη, οδήγησε στη στασιμότητα και στην πολιτική παρακμή της Αθήνας».
5. «Η υπέρτατη αρχή είναι ο νόμος». Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν ότι ο νόμος είναι ανώτερος από τη βούληση ενός βασιλιά ή ενός τυράννου. Αυτό φαίνεται καθαρά στη γνωστή διήγηση του Ηροδότου (7,104) για την απάντηση που έδωσε ο Δημάρατος, εξόριστος βασιλιάς της Σπάρτης, στον Ξέρξη, που του είχε προσφέρει άσυλο. Εκεί ο νόμος φαίνεται ότι καθορίζει τη συμπεριφορά των στρατιωτών, οδηγώντας τους στην ανάπτυξη ελεύθερου ήθους. Σαν δείγμα έκφρασης αθηναϊκής υπερηφάνειας για τον νόμο, μπορεί κανείς να παραθέσει τα λόγια του Θησέα στον Ευριπίδη (Ἱκέτιδες, 429 κ.ε.) όπου ο ήρωας αναφέρει ότι, όταν ισχύουν οι γραπτοί νόμοι, η δικαιοσύνη απονέμεται αμερόληπτα στους φτωχούς και τους πλούσιους, και ο αδύνατος νικά τον ισχυρό αν έχει το δίκιο με το μέρος του. Παρόμοιο εγκώμιο πλέκει για τον νόμο στον «Επιτάφιο» ο Θουκυδίδης (ΙΙ 37), όπου βλέπουμε ότι η δημοκρατία συσχετίζεται με το κύρος των νόμων. Και ο Λυσίας στους λόγους του και ο Ισοκράτης στον «Πανηγυρικό» (18-19) αναφέρεται στον σεβασμό των αρχαίων Αθηναίων στους νόμους. Κατά τον Πίνδαρο, τον ποιητή που ύμνησε τους νικητές στους μεγάλους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες (το πρώτο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα), ο νόμος ήταν «ὁ πάντων βασιλεύς». Διατυπώσεις όπως αυτές ήθελαν βέβαια να πουν ότι η δημοκρατία είναι πιο δυνατή εκεί όπου οι πολίτες φοβούνται τον νόμο σαν «αφέντη τους και βασιλιά τους». Η σημασία πάντως της διερεύνησης την έννοιας του νόμου για την αρχαιοελληνική σκέψη και ζωή φαίνεται καθαρά από τη θέση που είχε στην φιλοσοφική διαμάχη που αναπτύχθηκε κατά τον 4ο και 5ο αιώνα π.Χ. Οι όροι «Νόμος- Φύση» έγιναν λέξεις-κλειδιά για την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και η εξέταση της αντίθεσης αυτής, γέννησε γόνιμες φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις για την ηθική και την πολιτική ζωή. Ο σοφιστής Ιππίας, που φιλοσοφικά ανήκε στο ρεύμα των υποστηρικτών της φύσης, στον διάλογο «Πρωταγόρας» του Πλάτωνα επαινεί τη φύση, γιατί καταρρίπτει τους φραγμούς με τους οποίους ο νόμος έχει χωρίσει τον έναν άνθρωπο από τον άλλον, και αλλού καταλήγει στη διατύπωση ότι ο νόμος (το θετό δίκαιο, όχι οι άγραφοι νόμοι) είναι «τύραννος τῶν ἀνθρώπων».
6. ΤΟ 5ο ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «Μια άλλη μορφή δημοκρατίας ... την υπέρτατη αρχή». Στο πέμπτο είδος δημοκρατίας, που αποτελεί τη χειρότερη μορφή, ισχύουν όλα τα παραπάνω, υπέρτατη αρχή όμως δεν είναι ο νόμος, αλλά ο λαός που κυβερνά με τα ψηφίσματα. Τα ψηφίσματα ήταν αποφάσεις που λαμβάνονταν στην Εκκλησία του Δήμου έπειτα από προτάσεις. Ωστόσο, έρχονταν στιγμές που η Εκκλησία υιοθετούσε διαδοχικά τμήματα εισηγήσεων από διαφορετικά προγράμματα που είχαν υποβληθεί από εισηγητές, επομένως τα ψηφίσματα ήταν αντιφατικά. Σε αντίθεση με τον νόμο, που είχε καθολική και μόνιμη ισχύ, το ψήφισμα είχε χαρακτήρα περιστασιακό και επομένως διατηρούσε την ισχύ του μόνο ως τη στιγμή που ένα άλλο ψήφισμα, αποτέλεσμα νέων περιστάσεων, ερχόταν να το αντικαταστήσει. Όχι σπάνια τα ψηφίσματα ήταν αντίθετα με τους νόμους της πόλης και είχαν τη δύναμη ακόμα και να εκτοπίζουν συντακτικούς θεσμούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις η Εκκλησία του Δήμου λειτουργούσε ως μονάρχης που δεν υπόκειται σε κανένα νομικό περιορισμό και σε περίπτωση οποιασδήποτε αυθαιρεσίας η δικαιολογία που προβαλλόταν ήταν ότι τα ψηφίσματα αυτά ήταν αποφάσεις της λαϊκής πλειοψηφίας. Εγκεκριμένα ψηφίσματα, βέβαια, μπορούσαν να προσβληθούν στα δικαστήρια και με χρονοβόρες διαδικασίες να απορριφθούν απ’ αυτά, εφόσον η διαδικασία που προηγήθηκε δεν ήταν σύμφωνη με τους νόμους. Έτσι, πολύ συχνά μάλιστα, ένα ψήφισμα ήταν δυνατόν να αναιρεθεί από ένα άλλο, με συνέπεια να δημιουργείται στους πολίτες σύγχυση, αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Μέσα σ’ ένα τέτοιο πολιτικό κλίμα έκαναν την εμφάνισή τους οι δημαγωγοί. Αυτοί εμφανίστηκαν στην αθηναϊκή πολιτική σκηνή μετά τον θάνατο του Περικλή (429 π.Χ.). Ήταν γέννημα της νέας αστικής τάξης που δημιουργήθηκε τότε στην Αθήνα με την ανάπτυξη του εμπορίου και της «βιομηχανίας». Έχοντας συχνά το χάρισμα του λόγου και πάντως δίχως επίσημες θέσεις στην πολιτεία και άρα δίχως συγκεκριμένες υποχρεώσεις, ασκούσαν μεγάλη επιρροή στον λαό προτείνοντας ευχάριστες στον πολύ κόσμο πολιτικές δίχως να έχουν την ευθύνη της υλοποίησής τους. Σχηματισμένη από το ουσιαστικό «δῆμος» (= λαός) και από το θέμα του ρήματος «ἄγω» (= οδηγώ) η λέξη είχε σε αρκετούς συγγραφείς τη σημασία του οδηγητή, του ηγέτη του λαού ̇ γρήγορα όμως (ασφαλώς στην εποχή του Αριστοτέλη) πήρε αρνητικό περιεχόμενο, επειδή οι δημαγωγοί κατάντησαν απλώς να παρασέρνουν τον λαό σε ψηφίσματα για την εξυπηρέτηση των προσωπικών τους φιλοδοξιών και συμφερόντων. Ο Αριστοτέλης σε άλλο σημείο των «Πολιτικών» του αναφέρει ότι ο δημαγωγός είναι του «δήμου κόλαξ» και κάνει λόγο για την «ἀσέλγειαν» των δημαγωγών. Αυτό σημαίνει ότι η εμφάνιση των δημαγωγών προϋποθέτει και φανερώνει τον πολιτικό εκφυλισμό του κράτους (πβλ. Πολιτικά 1304b 20). Επίσης με αρνητική σημασία αναφέρεται η λέξη δημαγωγός στον Αριστοφάνη, στον Θουκυδίδη (Ιστορία 4,21,3 «Κλέων ὁ Κλεαινέτου, ἀνὴρ δημαγωγὸς») στον Αντιφώντα, στον Ισοκράτη, και τον Δημοσθένη. Μία χαρακτηριστική εικόνα της πολιτικής την εποχή του Κλέωνα, του δημαγωγού, στην Αθήνα, μετά τον θάνατο του Περικλή, μας δίνει ο Αριστοφάνης στους «Ιππείς». Εκεί, δίνονται και κάποια χαρακτηριστικά της δημαγωγίας και καταδικάζεται ο τύπος του πολιτικού ηγέτη που α) υπέρμετρα κολακεύει, υπερβολικά διαβεβαιώνει για την νομιμοφροσύνη του και διώκει πρόσωπα που θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για αντιπατριωτική διαγωγή, β) προωθεί μέτρα που προσφέρουν βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη σε πολλούς παραβλέποντας τη μακροπρόθεσμη οικονομική εξασφάλιση και γ) προέρχεται από τις τάξεις των βιοτεχνών και εμπόρων και όχι από τις οικογένειες των γαιοκτημόνων που είχαν παράδοση στις πατριωτικές υπηρεσίες.
Τόσο το πρόβλημα της ασάφειας των ψηφισμάτων, όσο και το πρόβλημα της εμφάνισης των δημαγωγών απορρέει κυρίως από τον άμεσο χαρακτήρα της αθηναϊκής δημοκρατίας που, λόγω της συμμετοχής χιλιάδων πολιτών με διαφορές στην καλλιέργεια, στις ικανότητες, στην πολιτική ωριμότητα κατά την άσκηση της εξουσίας, επέτρεπε με την ελάχιστη χαλάρωση των πολιτικών ηθών, την εμφάνιση πολιτικών δυσλειτουργιών.
Έτσι, λοιπόν, καταλήγει ο φιλόσοφος ότι, για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά ένα δημοκρατικό πολίτευμα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να κυριαρχούν οι νόμοι. Αν οι νόμοι έχουν θεσπιστεί με σωστές διαδικασίες, που απαιτούν τη συμμετοχή του συνόλου των πολιτών, αν εφαρμόζονται από όλους τους πολίτες και δεν αλλάζουν σύμφωνα με τις περιστάσεις ή τα συμφέροντα κάποιων ισχυρών ή της πλειοψηφίας, η οποία μπορεί να παραπλανηθεί από επιτήδειους πολιτικούς, τότε διασφαλίζεται η δημοκρατία, κατοχυρώνονται τα δικαιώματα του πολίτη, οριοθετούνται οι υποχρεώσεις του και κατά συνέπεια επικρατεί η δικαιοσύνη που προστατεύει το σύνολο των πολιτών.

Μέσα σε τέτοιες επομένως συνθήκες δεν υπάρχουν περιθώρια να κάνουν την εμφάνισή τους οι δημαγωγοί. Αντιθέτως, θα είναι κι αυτοί υποχρεωμένοι να τηρούν τον νόμο και να προσαρμόζονται στις επιταγές του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου