Blogger Widgets

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Γιώργος Σαραντάρης - Ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας


Ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας
Με όραση καινούρια προχωρούμε
Η μέρα έχει μαιάνδρους
Όπως η θάλασσα κύματα
Στην καρδιά μας αδειάσαμε (προσωρινά)
Την πόλη
Εμείναμε με την εικόνα τ' ουρανού
O ήλιος εμέτρησε τη γη μας
Η μέρα τούτη όπου ξυπνήσαμε
Με θάλασσα και κύματα
Με όραση και μνήμη καθαρή
Τόσο μεγάλωσε
Που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη μετρήσει
Που ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη χωρέσει


Θεματικά κέντρα
Θάλασσα – Ήλιος και φως
Ψυχική ανάταση
Ερμηνευτική προσέγγιση
Το ποίημα αναφέρεται στη θετική ενέργεια που προσφέρει στον άνθρωπο το θαλασσινό μεσογειακό περιβάλλον. Η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου αναδεικνύει τη θετική επενέργεια της φύσης σε ομάδα ανθρώπων οι οποίοι προέρχονται από αστικό περιβάλλον, καθώς «αποτοξινώνονται», έστω και προσωρινά, από τις γκρίζες εικόνες της πόλης και ανανεώνουν την όραση και τη μνήμη τους μπροστά στη θέα του φωτεινού γαλάζιου της θάλασσας και του ουρανού. Το ποίημα τελειώνει με μια αίσθηση ψυχικής και συναισθηματικής ευδαιμονίας, τα βαθύτερα όμως αίτια της οποίας υπερβαίνουν την αναγεννητική δύναμη που μπορεί να προσφέρει η φύση και δε διευκρινίζονται στο ποίημα.
πηγή : Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Γυμνασίου, Βιβλίο Εκπαιδευτικού

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

1.      Ποιο είναι το ποιητικό υποκείμενο;
2.      Να βρείτε τα εκφραστικά στοιχεία του ποιήματος.
3.      Να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές των παράλληλων κειμένων με το ποίημα του Σαραντάρη : ως προς το περιεχόμενο, τη γλώσσα, τη στιχουργική.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Θάλασσα και δάση

Τι χαριτωμένο ταίριασμα κι αδέρφωμα:
θάλασσα και δάση
κι απ’ το δρόμο του βουνού ξαπόσταμα
στ’ ακροθαλάσσι.
Θά ’χομε προσκέφαλό μας τις αγράμπελες
και σκαμνί τα ρείκια
και στρωσίδι μαλακό στα πόδια μας
βρεμένα φύκια.
Απ’ τον κυματόδαρτο όχτο πεύκα ακρόγερτα
και σκυφτά πλατάνια
βουτηχτή θα ρίχνουν ίσκιο πράσινο
σε βάθη ουράνια.
Θα φυσά απ’ τη θάλασσα, κι όταν, βραδιάζοντας,
ξεψυχάει ο μπάτης,
η στεριά θα στέλνει απόγειο ολόδροσο
το ανάσασμά της.
Γύρωθε κι απάνωθέ μας στα ψηλώματα
σμίγοντας ζευγάρι
τα πουλιά θα διαλαλούν αφρόντιστα
της ζωής τη χάρη
και στ’ αυτί μας, ψιθυρίζοντας, ροδόπλαστο
σα Νεράιδας χείλη,
θα μας λέει τα μυστικά της θάλασσας
ένα κοχύλι.
Έλληνες ποιητές για τη θάλασσα, ανθολόγ. Αντώνης Φωστιέρης –
Θανάσης Νιάρχος, Καστανιώτης, Αθήνα 1997


Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Θάλασσα του πρωιού

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)˙
κι όχι κι εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.
Κ.Π. Καβάφης, Τα ποιήματα, επιμ. Γ. Π. Σαββίδης,
Ίκαρος, Αθήνα 1992

4.      Πώς συνταιριάζονται σε κάθε στροφή στεριά και θάλασσα στο ποίημα του Δροσίνη; Τι αποτέλεσμα (αίσθημα) προκύπτει για τον αναγνώστη;
5.      Ποια εποχή του χρόνου νομίζετε ότι σκιαγραφείται στο ποίημα του Δροσίνη; Από τι το συμπεραίνετε;
6.      Αφού διαβάσετε το ακόλουθο απόσπασμα από τον «Πρόλογο» της συλλογής Το φως που καίει του Κώστα Βάρναλη, (α) να εντοπίσετε τα παρόμοια στοιχεία που μοιράζεται με το ποίημα του Δροσίνη ως προς τα μοτίβα και τη στιχουργική δομή· (β) να συγκρίνετε τις τελευταίες στροφές των δύο ποιημάτων και να σχολιάσετε σε τι διαφέρει η επίκληση του Βάρναλη προς τη θάλασσα σε σχέση με το αμέριμνο κλείσιμο του ποιήματος του Δροσίνη.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Πρόλογος

Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω,
απ’ το βουνό ψηλά
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.
Νά ’ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερ’, όντας
μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μέσ’ απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.
Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ’ ακρογιάλια σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδειά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά·
[…]
Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου,
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και νά ’ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.
Ως να με πάρεις κάποτε, μαριόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακριά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακριά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους…
Κώστας Βάρναλης, Το φως που καίει (1922), Κέδρος, Αθήνα 20








Βιβλιογραφία – Δικτυογραφία

«Ο λόγος ανάγκη ψυχής», Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Γυμνασίου, Τεύχος Α΄, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου, βιβλίο μαθητή και εκπαιδευτικού


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου