Blogger Widgets

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Αλφόνς ντε Λαμαρτίν


Ο Αλφόνς ντε Λαμαρτίν (Alphonse Marie Louis de Prat de Lamartine) ήταν Γάλλος ρομαντικός ποιητής, επίσης μυθιστοριογράφος, ιστοριογράφος και πολιτικός. Γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου του 1790, ο πατέρας του ήταν αριστοκράτης ο οποίος μάλιστα είχε φυλακιστεί κατά την γαλλική επανάσταση. Ο μικρός Αλφόνς έμαθε τα πρώτα γράμματα από την μητέρα του, μετά φοίτησε σε ένα θρησκευτικό κολλέγιο. Από μικρός είχε ζωηρή φαντασία και μια έντονα συναισθηματική και ρομαντική φύση. Το 1811-1812 ταξίδεψε στην Ιταλία για λόγους υγείας, εκεί ερωτεύτηκε μια φτωχή κοπέλα σε ένα ψαροχώρι την οποία αργότερα απαθανάτισε στο μυθιστόρημά του Γκρατσιέλλα. Το 1816, κατά την διάρκεια των διακοπών στις όχθες της λίμνης Μπουρζέ, σχετίστηκε με μία γυναίκα παντρεμένη και βαριά άρρωστη, όταν εκείνη πέθανε, έγραψε το ποίημα «Λίμνη» το οποίο συμπεριλήφθηκε στην συλλογή του «Ποιητικοί ρεμβασμοί». Η συλλογή αυτή, με την οποία έγινε διάσημος, εκδόθηκε το 1820 δίνοντας μια νέα πνοή στην ρομαντική ποίηση, προσφέροντας της μια πιο τρυφερή και μουσική διάσταση. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε μια πλούσια Aγγλίδα και μπήκε στο διπλωματικό σώμα.
Το 1824 διορίστηκε γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας στην Φλωρεντία και το 1829 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Το 1833 εκλέχτηκε βουλευτής, το 1834 ταξίδεψε σε Ελλάδα, στην Τουρκία, στη Συρία, στην Παλαιστίνη και στο Λίβανο, σε αυτή την περιοδεία αρρώστησε και πέθανε η δεκάχρονη κόρη του. Το 1848 έγινε για μερικές εβδομάδες πρόεδρος της γαλλικής κυβέρνησης. Παρότι γόνος αριστοκρατικής οικογένειας ο Λαμαρτίν είχε δημοκρατικές ιδέες και τάχθηκε με την εργατική τάξη αναγνωρίζοντας πως βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Συμμετείχε στην επανάσταση του 1848 και πήρε μέρος στη δημοκρατική κυβέρνηση, μετά την ανακήρυξη της δεύτερης αυτοκρατορίας το 1851 απομακρύνθηκε από την πολιτική. Ο Λαμαρτίν ζούσε πολυδάπανα και ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρος, σπατάλησε τη μεγάλη του περιουσία και την περιουσία της γυναίκας του, εκχώρησε και τα ποσοστά από τις εκδόσεις των έργων του και για πρώτη φορά στην ζωή του, το 1856, αντιμετώπισε πρόβλημα επιβίωσης. Τα τελευταία του χρόνια συνεργαζόταν με εφημερίδες και περιοδικά κι έγραφε κατά παραγγελία για να ζήσει. Πέθανε στις 28 Φεβρουαρίου 1869.



λίμνη"

Μετάφραση : Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Πάντα λοιπν θ τρέχωμε πρς γνωστο κρογιάλι,
θ καταποντιζώμεθα στο τάφου τ νυχτιά,
χωρς ποτ' να πάνεμο μς στν νεμοζάλη,
οτ' να καταφύγιο στ βαρυχειμωνιά!

Κύτταξε, λίμνη, κύτταξε! Δν κλεισ' νας χρόνος
ππαιζε μ τ κμά σου χαρούμενη, τρελλή,
κα τώρα, τώρα δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος
στν πέτρα δ' που πάντοτε μς βλεπες μαζί.

Καθς κα τώρα μούγκριζες κα τότε γριεμμένη
κ' ξέσχιζες τ στήθη σου στο βράχου τ πλευρά,
νήσυχη παράδερνες στν κρη θυμωμένη
κ' ρράντιζες τ πόδια της μ τν φρ συχνά.

Θυμσαι, λίμνη, μόνοι μας μι νύχτα γ κ' κείνη
λάμναμε φωνοι ο φτωχο στ κρύα σου νερά,
τ' γέρι δν νάσαινε, εχες κα σ γαλήνη,
στν πνο σου δν κουες παρ τ δυ κουπιά.

Μ μις τραγοδι οράνιο, πρωτάκουστο, δροστο
τ γέρο τν ντίλαλο τριγύρω μας ξυπν.
μειν' εθς παράλυτο τ κμα σου τ φρτο
κα τέτοια λόγια κούστηκαν, θυμσαι; ρμονικά·

«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ' κούραστα φτερά σου
ραις γλυκας, μν τρέχετε, σταθτε μι στιγμή,
κα σ μ φεύγς, νύχτα μου, μ τν στροφεγγιά μου,
τώρα, πο ζευγαρώσαμε, εν' εμορφη ζωή.

«Το κόσμου ατο τ βάσανα, τν ρημιά, τ φτώχεια
θέλουν ν φύγουν μετροι· γι' ατος γοργ γοργά,
Χρόνε μου, πέτα κι' φησε στο ρωτα τ βρόχια
τ δυό μας ν χορτάσουμε τόσο γλυκει σκλαβιά.

«Το κάκου! ραις φεύγουνε. Κνες δ μ προσμένει...
Κνες δ μ' κουρμαίνεται... νύχτα εναι σκληρή...
χνίζουν τ' σπρα, χάνονται... Κρυφ κρυφ προβαίνει
τσπλαχνο γλυκοχάραμα... Λυπήσου μας, αγή!...

«Το κάκου! λα ξεγέλασμα, εν' νειρα κα πλάνη,
ζωή μας εν' γάπη μας κα μοναχή χαρά,
ς μ ζητομε νύπαρκτο στν κόσμο λο λιμάνι,
το χρόνου γρια θάλασσα δν χει κρογιαλιά.

«Χρόνε ζηλιάρη, δύστυοπε! Πέ μου, γιατ ν σβυώνται,
σν στραπ ν φεύγουνε ραις τς χαρς,
καθς πετον κα φεύγουνε χωρς ν λησμονινται
κ' μαύραις, κ' λόπικραις στιγμας τς συμφορς;

«π' τ βαθει τν βυσσον, πο μς καταπίνει,
π' τν αωνιότητα, πο μς πλημμυρε,
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στ φς δν ναδίνει,
δν ξεφυτρώνει τίποτε... λα τ τρς σύ.

«Λοιπόν, π' σα χάρηκα δ θ' πομείν τρίμμα,
δν θ ν' φήσω τίποτα σ' ατν τ μαύρη γ!
π' τ γοργό μας πέρασμα δν εναι τχα κρμα
ν μ σωθ να πάτημα, Χρόνε δικητή;...»

λίμνη, βράχοι μου φωνοι, σες, σπηλιας κα δάση,
πο βλέπετε τν πόνο μου, μι χάρι σς ζητ·
σες, πο δ σκιάζεσθε κανες ν σς χαλάσ,
ποτ μ μς ξεχάσετε, στ μνμ' ν πάω κ' γώ.

Κι' ταν σ δέρν σίφουνας, κι' ταν βαθει κοιμσαι,
λίμνη μου φροστέφανη, ν μ μς λησμονς.
σ' εδες τν γάπη μας κα μόνη σ θυμσαι
πς ναφταν τ στήθη μας, κα θ μς συμπονς.

Θέλω τ πεκα, τ λατα, ο βράχοι, ρεματιά σου,
τ' φρο σου τ μουρμορισμα, τ' ντίλαλου φωνή,
τ δροσερά σου σύγνεφα, τ' γέρι, καταχνιά σου,
βρύσι, καλαμινάς σου, τ χόρτο, τ πουλί,

τ' στρο τ' σημομέτωπο, μυρωδιά, πο χύνει
τ γαλαν τ κμά σου, λίμνη μου γλυκειά,
,τι στν πλάσι χει ασθησι, πνοή, νοημοσύνη,

λα ν λένε: «γάπησαν, τ μαρα, φλογερά!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου