Blogger Widgets

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Μπέρτολτ Μπρεχτ


Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ (Berthold Friedrich Brecht, 10 Φεβρουαρίου 1898 - 14 Αυγούστου 1956) ήταν Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε στο Ανατολικό Βερολίνο. Η μητέρα του ήταν Προτεστάντισα και ο πατέρας του Καθολικός διευθυντής εταιρίας χάρτου. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1917 - 1921), και υπηρέτησε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ως νοσοκόμος. Από νεαρή ηλικία άρχισε να γράφει ποιήματα και θεατρικά. Το 1922 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζόφ με την οποία έκανε μια κόρη. Το 1923 προσλήφθηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στο Γερμανικό Θέατρο του Βερολίνου, άρχισε να φοιτά στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή και μελέτησε διαλεκτικό υλισμό. Το 1928 η προσαρμογή της Όπερας των ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η Όπερα της Πεντάρας σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπος του επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή, ο Μπρεχτ στηλιτεύει την καθώς πρέπει βερολινέζικη αστική τάξη που πρόσαπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής. Το 1930 παντρεύτηκε την Χέλενε Βάιγγελ με την οποία είχε ήδη ένα γιο. Στη συνέχεια απέκτησαν και μια κόρη. Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε μέχρι το έτος 1948. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και την Μόσχα όπου εξέδωσε με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό «Η Λέξη», μετά στις ΗΠΑ καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου. Το 1944 έγραψε το έργο "Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής", μια άτεγκτη κριτική της ζωής στη Γερμανία υπό το καθεστώς του Εθνικοσοσιαλισμού. Το 1947 με τον μακαρθισμό να κλιμακώνεται, ο διωκόμενος από το ναζισμό, πρόσφυγας στις ΗΠΑ, καλέστηκε να απολογηθεί στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών και να την πείσει ότι δεν είναι κομμουνιστής. Ο Μπρέχτ κατέθεσε στην επιτροπή αλλά δεν βγήκε από την λίστα των υπόπτων, τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας όπου αφιερώθηκε στην ποίηση και τη σκηνοθεσία των έργων του. Το 1950 εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.


Τα έργα του χαρακτηρίζονταν αρχικά από πνεύμα καταδίκης του πολέμου και του μιλιταρισμού, ενώ στη συνέχεια στρέφονται προς την μαρξιστική φιλοσοφία. Έγραψε και εκατοντάδες ποιήματα που αντανακλούν αυτή τη μεταστροφή για την οποία σημαντικό ρόλο έπαιξε η εξαθλίωση λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1920 και η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Γερμανία. Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, ο Μπρεχτ έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: Η Ζωή του Γαλιλαίου, Μάνα Κουράγιο και τα Παιδιά της, Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν, Ο Κύριος Πούντιλα και ο Υπηρέτης του Μάττι, Η 'Ανοδος του Αρτούρου Ούι, Τα Οράματα της Σιμόνης Μασάρ, Ο καλός στρατιώτης Σβέικ, Ο Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία. Τα έργα του είναι διαχρονικά και αναδεικνύουν την ανθρώπινη υπόσταση, συνεχίζουν να ανεβαίνουν στα θέατρα όλου του κόσμου με αμείωτη επιτυχία κι ενδιαφέρον.


Μπέρτολντ Μπρεχτ, Στους Μεταγενέστερους...

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω! Τα λόγια που δεν κεντρίζουν είναι σημάδι χαζομάρας. Ένα λείο μέτωπο, αναισθησίας. Εκείνος που γελάει δεν έχει μάθει ακόμα τις τρομερές ειδήσεις. Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι, που είν’ έγκλημα σχεδόν όταν μιλάς για δέντρα γιατί έτσι παρασιωπάς χιλιάδες κακουργήματα! Αυτός εκεί πού διασχίζει ήρεμα το δρόμο, ξέκοψε πια ολότελα απ’ τους φίλους του πού βρίσκονται σ’ ανάγκη. Είναι σωστό: το ψωμί μου ακόμα το κερδίζω.

Όμως πιστέψτε με: Είναι εντελώς τυχαίο. Απ’ ό,τι κάνω, τίποτε δε μου δίνει το δικαίωμα να φάω ως να χορτάσω. Έχω γλιτώσει κατά σύμπτωση. (Λίγο η τύχη να μ’ αφήσει, χάθηκα.)
Μου λένε : Φάε και πιες! Να ‘σαι ευχαριστημένος που έχεις!
Μα πώς να φάω και να πιω, όταν το φαγητό μου τ’ αρπάζω από τον πεινασμένο, όταν κάποιος διψάει για το ποτήρι το νερό που έχω; Κι ωστόσο, τρώω και πίνω.
Θα ‘θελα ακόμα να ‘μουνα σοφός.  Τ’ αρχαία βιβλίο λένε τί είναι η σοφία:
Μακριά να μένεις απ’ τις επίγειες συγκρούσεις και δίχως φόβο τη λιγοστή ζωή σου να περνάς. Θεωρούν σοφό ακόμα το δρόμο σου να τραβάς αποφεύγοντας τη βία. Στο κακό ν’ ανταποδίνεις το καλό, να μη χορταίνεις τις επιθυμίες σου, αλλά να τις ξεχνάς. Μου είναι αδύνατο να πράξω όλα τούτα:
Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω! Ήρθα στις πόλεις την εποχή της αναστάτωσης
Όταν εκεί, βασίλευε η πείνα. Ήρθα μες στους ανθρώπους στην εποχή της ανταρσίας. Και ξεσηκώθηκα μαζί τους.
Έτσι κύλησε ο χρόνος, που πάνω στη γη μου δόθηκε. Το ψωμί μου το ‘τρωγα ανάμεσα στις μάχες. Για να κοιμηθώ, πλάγιαζα ανάμεσα στους δολοφόνους. Αφρόντιστα δινόμουνα στον έρωτα. Κι αντίκριζα τη φύση δίχως υπομονή.
Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Στον καιρό μου, οι δρόμοι φέρνανε στη λάσπη. Η μιλιά μου με κατέδιδε στο δήμιο. Λίγα περνούσαν απ’ το χέρι μου. Όμως, αν δεν υπήρχα οι αφέντες θα στέκονταν πιο σίγουρα, αυτό έλπιζα τουλάχιστον.
Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε.
Οι δυνάμεις ήτανε μετρημένες. Ο στόχος βρισκότανε πολύ μακριά. Φαινόταν ολοκάθαρα, αν και για μένα, ήταν σχεδόν απρόσιτος. Έτσι κύλησε ο χρόνος που πάνω στη γη μου δόθηκε. Εσείς, που θ’ αναδυθείτε μέσ’ απ’ τον κατακλυσμό που εμάς μας έπνιξε, όταν για τις αδυναμίες μας μιλάτε σκεφτείτε και τα μαύρα χρόνια που εσείς γλιτώσατε.  Εμείς περνάγαμε, αλλάζοντας χώρες πιο συχνά από παπούτσια, μέσα από ταξικούς πολέμους, απελπισμένοι σα βλέπαμε, την αδικία να κυριαρχεί και να μην υπάρχει εξέγερση. Κι όμως το ξέραμε:
Ακόμα και το μίσος ενάντια στην ευτέλεια παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά. Ακόμα κι η οργή ενάντια στην αδικία, βραχνιάζει τη φωνή. Αλίμονο, εμείς που θέλαμε να ετοιμάσουμε το δρόμο στη φιλία.
Δεν καταφέρναμε να ‘μαστε φίλοι ανάμεσά μας.
Όμως εσείς, όταν θα ‘ρθει ο καιρός
Ο άνθρωπος να βοηθάει τον άνθρωπο
Να μας θυμάστε
Με κάποιαν επιείκεια.

μετάφραση  : Τίτος Πατρίκιος


ΑΝ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

«ΑΝ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;» «Σίγουρα» απάντησε αυτός. «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιο του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό· γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία σ’ αυτές τις μεγάλες κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, παραδείγματος χάριν, τη γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που θα βρίσκονται κάπου τεμπελιάζοντας. Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και όχι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον. Θα δίδασκαν στα ψαράκια άτι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ’ όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα απ’ αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ’ απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ’ αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θ’ άρχιζε η αληθινή ζωή. Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ’ αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ’ άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».
μτφρ. Γιώργος Βελουδής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου