Blogger Widgets

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Χαλίλ Γκιμπράν


Τα παιδιά
απόσπασμα από τον Προφήτη

Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή.
Δημιουργούνται μέσω εσάς, αλλά όχι από εσάς,
Κι αν και βρίσκονται μαζί σας, δεν σας ανήκουν.
Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, αλλά όχι τις σκέψεις σας
αφού ιδέες έχουν δικές τους.
Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους αλλά όχι και τις ψυχές τους,
αφού οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο
που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε ούτε στα όνειρά σας.
Μπορείτε να προσπαθήσετε να τους μοιάσετε
αλλά μην προσπαθήσετε να τα κάνετε να σας μοιάσουν,
αφού η ζωή δεν πάει προς τα πίσω
ούτε ακολουθεί στο δρόμο του το χτες.
Εσείς είστε τα τόξα από όπου τα παιδιά σας
σαν ζωντανά βέλη τινάζονται μπροστά.
Ο τοξότης βλέπει το σημάδι πάνω στο μονοπάτι του απείρου
και σας λυγίζει με τη δύναμή του ώστε τα βέλη του να τιναχτούν
γρήγορα και μακριά.
Το λύγισμά σας στο χέρι του τοξότη ας είναι για σας χαρά, γιατί
όπως αγαπάει ο τοξότης τα βέλη που πετούν, έτσι αγαπά και τα
τόξα που είναι σταθερά.
by Michael David


Ο Χαλίλ Γκιμπράν, ο άνθρωπος από τον Λίβανο, όπως είναι γνωστός στο παγκόσμιο κοινό, υπήρξε ζωγράφος, συγγραφέας, ποιητής και φιλόσοφος. Γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου, 1883. Πέθανε στις 10 Απριλίου του 1931.


«Ο τρελός : Οι επτά εαυτοί»

Στην πιο ήσυχη ώρα της νύχτας
Καθώς ήμουν ξαπλωμένος και μισοκοιμισμένος,
Οι εφτά εαυτοί μου κάθισαν μαζί
Και έτσι κουβέντιασαν ψιθυριστά.
Ο Πρώτος Εαυτός:
Εδώ σε αυτόν τον τρελό,
Κατοίκισα όλα αυτά τα χρόνια,
Χωρίς να κάνω τίποτε παρά να ανανεώνω
Τον πόνο του την ημέρα
Και να ξαναδημιουργώ
Την θλίψη του τη νύχτα
Δεν μπορώ να αντέξω άλλο την μοίρα μου
Και τώρα επαναστατώ.
Ο Δεύτερος Εαυτός:
Η δικιά σου μοίρα είναι καλύτερη
Από την δική μου αδερφέ,
Γιατί μου δόθηκε να είμαι ο χαρούμενος εαυτός
Αυτού του τρελού.
Γελώ το γέλιο του και τραγουδώ
Τις χαρούμενες ώρες του
Και με φτερωτά πόδια χορεύω
Τις φωτεινότερες σκέψεις του.
Εγώ θα έπρεπε να επαναστατήσω
Ενάντια στην κουρασμένη μου ύπαρξη.
Ο Τρίτος Εαυτός:
Κι εγώ, ό από αγάπη κυριαρχούμενος εαυτός,
Ο φλεγόμενος πυρσός του αχαλίνωτου πάθους
Και των φανταστικών επιθυμιών,
Εγώ ο αρρωστημένος από αγάπη εαυτός.
Εγώ είμαι που θα έπρεπε να επαναστατήσω
Εναντίον αυτού του τρελού.
Ο Τέταρτος Εαυτός:
Εγώ, απ’ όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος
Γιατί τίποτε δε μου δόθηκε εκτός από απεχθές μίσος
και καταστροφική αηδία. Εγώ είμαι,
Ο θυελλώδης εαυτός που γεννήθηκα
Στις μαύρες σπηλιές της κόλασης,
Αυτός που θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί και
Να μην υπηρετεί άλλο τούτο τον τρελό.
Ο Πέμπτος Εαυτός:
Όχι εγώ είμαι,
Ο σκεπτόμενος εαυτός
Ο φαντασιόπληκτος,
Ο εαυτός της πείνας και της δίψας,
Αυτός που είναι καταδικασμένος
Να τριγυρνά χωρίς ξεκούραση
Ψάχνοντας άγνωστα και
‘Όχι ακόμη δημιουργημένα πράγματα,
Εγώ είμαι, όχι εσείς, που θα έπρεπε να επαναστατήσω.
Ο Έκτος Εαυτός:
Και εγώ, ο εργαζόμενος εαυτός, ο θλιβερός εργάτης
Που με υπομονετικά χέρια και γεμάτα λαχτάρα μάτια,
Κάνω τις ημέρες εικόνες και
Δίνω νέες και αιώνιες μορφές,
Στα άμορφα στοιχεία,
Εγώ είμαι ο μοναχικός, αυτός που θα έπρεπε
Να επαναστατήσω ενάντια σε αυτό τον ανήσυχο τρελό
Ο Έβδομος Εαυτός:
Πόσο περίεργο που όλοι σας
Θα έπρεπε να επαναστατήσετε,
Ενάντια σ αυτό τον άνθρωπο,
Επειδή ο καθένας σας έχει
Μια προκαθορισμένη μοίρα να εκπληρώσει!
Α! να μπορούσα να ήμουν σαν ένας από εσάς,
Ένας εαυτός με προαποφασισμένη μοίρα!
Αλλά δεν έχω καμία, είμαι ο κάνω-τίποτε εαυτός,
Αυτός που κάθετα στο άφωνο κενό του ποτέ και του τίποτε,
Ενώ εσείς είστε απασχολημένοι να ξαναδημιουργείτε ζωή.
Εσείς είστε ή εγώ, γείτονες, που θα έπρεπε να επαναστατήσω;
Όταν ο έβδομος εαυτός μίλησε έτσι,
Οι άλλοι έξι τον κοίταξαν με οίκτο
Και τίποτε άλλο δεν είπαν.
Και καθώς η νύχτα πύκνωνε
Ο ένας μετά τον άλλον έπεσαν για ύπνο
Τυλιγμένοι σε μια νέα και χαρούμενη υποταγή.
Αλλά ο έβδομος εαυτός παρέμεινε
Να κοιτά και να παρατηρεί το τίποτε,
Που βρίσκεται τελικά πίσω απ’ όλα τα πράγματα.


ΝΑ ΛΥΠΑΣΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ

Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα,
Και την κούφια θρησκεία.
Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί,
Που δεν ύφανε το ίδιο.
Που ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε,
Που το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.
Να λυπάσαι το έθνος που δοξάζει μ’ εγκώμια,
Τον τραμπούκο σαν ήρωα,
Και τον κατακτητή του με την κίβδηλη λάμψη,
Θεωρεί ευεργέτη.
Να λυπάσαι το έθνος που αψηφά,
Τους κινδύνους μοναχά στα όνειρα του,
Μα και πάλι δειλιάζει το πρωί σαν ξυπνήσει.
Να λυπάσαι το έθνος που υψώνει φωνή,
Σε κηδείες μονάχα,
Και φουσκώνει σα διάνος σε ερείπια αρχαία.
Και που δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο αν ίσως,
Ο λαιμός του βρεθεί ανάμεσα σε σπαθί και κουτσούρι.
Να λυπάσαι το έθνος που έχει την αλεπού για πολιτικό
Τον σαλτιμπάγκο για φιλόσοφό
Και που η τέχνη του είναι τέχνη
Πιθηκισμού και μπαλωμάτων.
Να λυπάσαι το έθνος που δέχεται
Κάθε νέο αφέντη με σάλπιγγες
Και τον διώχνει πνιγμένο στα «γιούχα»
Για να φέρει τον επόμενο με σαλπίσματα και πάλι.
Να λυπάσαι το έθνος που οι σοφοί του,
Από χρόνια βουβάθηκαν κι οι σπουδαίοι του άντρες,
Είναι ακόμα στην κούνια.
Να λυπάσαι το έθνος που έχει γίνει κομμάτια,
Και που κάθε κομμάτι του παριστάνει το έθνος.



free e-books του Χαλίλ Γκιμπράν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου