Blogger Widgets

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Κ. Γ. Καρυωτάκης, Βράδυ

Vincent van Gogh, The Starry Night, 1889, Museum of Modern Art, New York

Φύλλο εργασίας

1.       Να εντοπίσετε στο ποίημα λέξεις που προσδιορίζουν τον τόπο και τον χρόνο.
2.      Ποιο είναι το θέμα του ποιήματος;
3.      Να εντοπίσετε τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής (εικόνες, προσωποποίηση, μεταφορές, υπερβατό).
4.      Ποια είναι η ψυχική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου και πώς συνδυάζεται με τις εικόνες του ποιήματος;
5.      Τι συμβολίζει η λέξη βράδυ;
6.      Να σχολιάσετε τη γλώσσα (χρήση α’ ενικού προσώπου) και το ύφος του ποιήματος.
7.      Ποιες είναι οι παρατηρήσεις σας για τη στιχουργική του ποιήματος;
8.      Να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές με το ποίημα του Καρυωτάκη «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα».

Εργασίες για το σπίτι

1.       Ποιες είναι οι αισθήσεις, με τις οποίες ο ποιητής συλλαμβάνει τη σταδιακή αλλαγή της μέρας από το «δείλι» στο «βράδυ» και με ποια εκφραστικά μέσα υποδηλώνονται;
2.      Να ζωγραφίσετε μια εικόνα του ποιήματος που σας εντυπωσίασε.
3.      Να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές με τα παράλληλα κείμενα που ακολουθούν (ως προς το ύφος την τεχνοτροπία και τις ιδέες).

Λάμπρος Πορφύρας, «Βράδυ σ’ ένα χωριό»


Γαληνεμένη, ξάστερη, γαλάζια πέρα ς πέρα,
κρουστάλλινη π’ τν ρθρο της ς τν σπερινό της
κι εχε πλανέψει κα τ’ χν χρυσ φεγγάρι μέρα
κι ργοταξίδευε γρυπνο κι ατ στν ορανό της.

Τώρα ποκάτω π’ τ βουν τ θεϊκά, πο σκισαν,
μαζξαν τ κοπάδια τους π’ τ λιβάδια ο στάνες,
το κάμπου τ μικρόπουλα σωπάσανε· θολσαν
τ στενορύμια το χωριο κι ο αλές τους μ τς δράνες.

Πλθος ο λόχαρες φωνές· κα σβσαν λίγο λίγο··
κάποια τζιτζίκια μοναχ λαλον κα πρς τ’ μπέλια
κάποιες κοπέλες ξένοιαστες, γυρνώντας π’ τν τρύγο,
σκορπνε κόμα στν ρμι τ δροσερά τους γέλια.

Ω! σν ρχίση γύρω μου γι πάντα ν νυχτώνη,
δ θέλω τ ξερόφυλλα ν τρεμοφτερουγίζουν
στ δρόμο μου κι πάνω μου ο ρφανεμένοι κλνοι
μ’ να βραχν παράπονο ν μ καλονυχτίζουν.

Θέλω τ βράδυ, πο θαρθ ν μ’ γκαλιάση, νάναι
ερηνικ σν τ’ γαθό, σν τ’ γιο τοτο βράδυ,
πς πέφτ’ νύχτα τ τρελ τζιτζίκια ν ξεχννε
κα ν μο λένε γι τ φς κα μέσα στ σκοτάδι.

Θέλω ο θαμπές μου ο θύμησες στ βάθος ν περνονε
σν τς κοπέλες το χωριο κι κενες· νάχω γείρει
στ γριν λιά μας, ν γρικ σκυφτς ν’ χολογονε
τ γέλια τους π’ τς ζως μακρι τ πανηγύρι...



J. Breton, «Fin du travail» [πηγή: Μουσείο Brooklyn, Νέα Υόρκη]


Κ. Καρυωτάκης, [Ένα σπιτάκι απόμερο]

Ένα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα,
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!
             
              (Ελεγεία και Σάτιρες, 1927.


Woman Sitting in a Garden Chair at Skagen, 1893 By Peder Severin Kroyer

Κ. Καρυωτάκης, …Μα η αγάπη μου δεν πεθαίνει


Θα κοιμηθώ, μα δίχως να ξυπνήσω,
ύπνο στέρφο απ' ονείρατα. Όπως σβήνει
το κάθε τι που ανάφτηκε, θα σβήσω,
χωρίς αχνάρι απ' το Είναι μου να μείνει.

Κάτι θα μείνει απ' το Είναι μου. Θ' αφήσω
απέναντι μια αγάπη- όπως αφήνει
στο διάβα της, στα βήματά της πίσω,
το αιθέριο του κορμιού της μύρο, Εκείνη.

Η αγάπη μου αυξάνει κι όλο αυξάνει,
της ζήσης μου όσο σώνεται το λάδι
χώρια από εμέ θα ζει γιγαντεμένη.

Και πριν στερνά να κοιμηθώ ένα βράδυ,
θα βουτηχτώ στου χωρισμού το θρήνο.
Μια αγάπη ζωντανή νεκρός θ' αφήνω.


Αθανασόπουλος Βαγγέλης, «Η διαλεκτική της εικονοποιίας στην ποίηση του Καρυωτάκη»

 Φιλολογική, Απρίλιος – Μάιος - Ιούνιος 1997, τχ. 59, σσ. 19-25

Στην ποίηση του Καρυωτάκη η λειτουργία των εικόνων δίνει την εντύπωση πως παλινδρομεί ανάμεσα στην κυριολεκτική και στη μεταφορική λειτουργία. Στην πραγματικότητα, όμως, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαλεκτική ανάπτυξη της εικονοποιίας, κατά την οποία αυτό που αρχικά εμφανίζεται ως κυριολεκτικό και περιγραφικό αποκαλύπτεται ότι αποτελεί μέρος μιας σύνθετης μεταφορικής εικόνας. Θα παραθέσω μερικά ποιήματά του που αποτελούν χαρακτηριστικά σχετικά παραδείγματα, τα οποία παράλληλα με το δειγματισμό της συγκεκριμένης τεχνικής συνιστούν ένα συνοπτικό χρονικό διάγραμμα της εξέλιξής της μέσα στην ποίηση του Καρυωτάκη.
               
Ένα σπιτάκι απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
                μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα,
                μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
                ω, μια ζωή που χάνεται και με τον ήλιο πάει!
                (Ελεγεία και Σάτιρες, 1927.
Πρώτη δημοσίευση: Εμείς, 1924)

Στον πρώτο στίχο έχουμε μια εικόνα οπτική που λειτουργεί κυριολεκτικά, δηλαδή μια εικόνα περιγραφική που στοιχειοθετεί ένα σκηνικό που συνδυάζει τη χωρική με τη χρονική διάσταση σε μια εκδοχή τους αρκετά ατμοσφαιρική, που οφείλεται στην προοπτική της πρώτης και στο φωτισμό της δεύτερης. Οπτική και κυριολεκτική είναι και η εικόνα του δεύτερου στίχου, η οποία λειτουργεί ως συνέχεια της πρώτης εικόνας, δίνοντας την εντύπωση ενός κινηματογραφικού travelling που μας μετακινεί ταχύτατα μέσα σε ένα σκηνικό με κατεύθυνση από το γενικό στο μερικό και συγκεκριμένο: ελαιώνας - σπιτάκι μέσα στον ελαιώνα -καμαρούλα μέσα στο σπιτάκι -πολυθρόνα μέσα στην καμαρούλα. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η εικόνα του τρίτου στίχου, που και αυτή είναι οπτική ως προς την αισθητηριακή της ιδιότητα και κυριολεκτική ως προς τη λειτουργία της, μια και συνεχίζει το περιγραφικό μέρος του ποιήματος. Η οπτική, ωστόσο, εικόνα του τρίτου στίχου ολοκληρώνεται με μια αναστροφή του οπτικού χαρακτήρα της: ενώ έως εκείνη τη στιγμή είμασταν εμείς, οι αναγνώστες, το υποκείμενο της οπτικής αντίληψης, τώρα παρουσιάζεται από τον ποιητή να λειτουργεί ως (παράλληλο) υποκείμενο της οπτικής αντίληψης, ένα αντικείμενο της. Η κόρη που οδηγηθήκαμε να κοιτάζουμε με την κατάληξη του travelling, εμφανίζεται να κοιτάζει και αυτή (όχι, βεβαίως, εμάς, τους αναγνώστες -οπότε θα είχαμε μια πρώιμη εκδοχή του ευρωπαϊκού ποιητικού μεταμοντερνισμού- αλλά τον ουρανό, δηλαδή κάτι που έως εκείνη τη στιγμή βρισκόταν έξω από το οπτικό πεδίο του αναγνώστη). Με τον τρόπο αυτό η οπτική δράση αναστρέφεται· και αυτή η αναστροφή συνιστά μια ριζική αλλαγή της κατεύθυνσης του βλέμματος, προετοιμάζοντας έτσι μια ανάλογα ριζική αλλαγή που πρόκειται να συμβεί ακριβώς στον τελευταίο στίχο του ποιήματος: το βλέμμα της κόρης οδηγεί το βλέμμα του αναγνώστη από την αντίληψη του ορατού στην αντίληψη του νοητού, δηλαδή από το κυριολεκτικό στο μεταφορικό.
Στον τελευταίο, λοιπόν, στίχο έχουμε μια εικόνα που προφασίζεται μεν την οπτική, δίνοντας την ψευδή εντύπωση πως θέλει όχι μόνο να διατηρήσει αλλά και να εντείνει την αισθητηριακή ιδιότητα και την οπτική ποιότητα των προηγούμενων εικόνων. Παράλληλα, όμως, η εικόνα αυτή δεν συνεχίζει/ολοκληρώνει το σκηνικό που συνθέτουν οι προηγούμενες εικόνες, αλλά το ανατρέπει, επειδή δεν είναι περιγραφική, δηλαδή δεν λειτουργεί κυριολεκτικά: η ζωή που -μαζί πλέον με την κόρη- κοιτάζουμε στον ουρανό να δύει, μαζί με τον ήλιο, δεν συνιστά την παρουσίαση μιας ορατής σκηνής, αλλά μια αναλογία/σύγκριση ανάμεσα στη δύση του ήλιου, από το ένα μέρος, και στη ζωή της κόρης, από το άλλο μέρος. Πρόκειται, δηλαδή, για μια εικόνα που έχει σαφή μεταφορική λειτουργία.
Με τον τρόπο αυτό διαπιστώνουμε πως η εικόνα με την οποία κλείνει το ποίημα συμπαρασύρει και τις προηγούμενες εικόνες, αποκαλύπτοντας την τελευταία μόλις στιγμή πως αυτό που εμφανιζόταν ως περιγραφικό και κυριολεκτικό δεν ήταν παρά μέρος μιας μεγάλης, σύνθετης εικόνας με μεταφορική λειτουργία, μια και αυτή προτείνει μια θεμελιακή σύγκριση ανάμεσα στη ζωή της κόρης και στη δύση του ήλιου.
Αυτή τη διαλεκτική ανάπτυξη της εικονοποιίας από το κυριολεκτικό προς το μεταφορικό, η οποία αποτελεί μια στρατηγική της αρχικής μεταμφίεσης του μεταφορικού σε κυριολεκτικό και της τελικής αιφνίδιας αποκάλυψης του κυριολεκτικού ως μεταφορικού, συναντάμε και σε άλλα ποιήματα της τελευταίας συλλογής του Ελεγεία και Σάτιρες (1927). Μια από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις αποτελεί το ποίημα «Βράδυ», στο οποίο η εικονοποιία αναπτύσσεται με τρόπο ανάλογο με εκείνον του προηγούμενου τετράστιχου άτιτλου ποιήματος:
               
Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι
                 - μια ιαχή μακρυσμένη-
                Τ' αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
                ψιθυρίζει και μένει,

                τ' ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
                η αδειανή κάμαρα μου,
                ένα τραίνο που θα 'ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
                τα χαμένα όνειρα μου,

                οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
                ολοένα στην πόλη,
                στων ανθρώπων την όψη, στ' ουρανού τον καθρέφτη,
                στη ζωή μου τώρα όλη.
                (Πρώτη δημοσίευση, Μούσα, 1923)

Η αναλογία στη διαλεκτική της εικονοποιίας ανάμεσα στο «Βράδυ» και στο προηγούμενο άτιτλο ποίημα είναι φανερή, γι' αυτό πιστεύω πως θα ήταν άσκοπη η επανάληψη της σχετικής παρακολούθησης και περιγραφής. Είναι, όμως, χρήσιμο να επισημάνουμε πως σε αυτό το ποίημα εκτός από τη διαλεκτική ανάπτυξη από το κυριολεκτικό προς το μεταφορικό, παρατηρείται και μια διαλεκτική ανάπτυξη ως προς τον αισθητηριακό χαρακτήρα των εικόνων, με μια πορεία από το οπτικό προς το ακουστικό και αντίστροφα. Στον πρώτο, λοιπόν, στίχο, όπως και στο προηγούμενο ποίημα, έχουμε μια εικόνα οπτική που λειτουργεί κυριολεκτικά. Με τον δεύτερο, όμως, στίχο η εικόνα εξακολουθεί μεν προς το παρόν να είναι περιγραφική (δηλαδή να έχει κυριολεκτική λειτουργία), αλλά μετατρέπεται σε ακουστική. Αυτό
που νομίζαμε πως έβλεπε ο ομιλητής του ποιήματος, η χαρούμενη σκηνή στην οποία νομίζαμε πως ήταν παρών, αποδεικνύεται πως είναι ένας μακρινός ήχος. Με την αναίρεση του οπτικού χαρακτήρα της εικόνας αναιρείται και η αρχική αισιόδοξη εντύπωση: τα παιδιά που παίζουν δεν αποτελούν μια χαρούμενη σκηνή που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια του ομιλητή του ποιήματος, αλλά είναι γι' αυτόν κάτι πολύ μακρινό, «μια ιαχή μακρυσμένη».
Με τις εικόνες του τρίτου και του τέταρτου στίχου η περιγραφική λειτουργία συνεχίζεται -αν και με έναν τρόπο ανειμένο, μέσα από σχήματα λέξεων κατά ακυριολεξία - ενώ ο ακουστικός χαρακτήρας της εικόνας σταθεροποιείται («τ' αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη / ψιθυρίζει και μένει»), για να μονιμοποιηθεί με τις εικόνες των επόμενων στίχων: «τ' ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα», «ένα τραίνο που θα 'ρχεται από μια άγνωστη χώρα», «οι καμπάνες που σβήνουν».
Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρήσουμε πως λίγο πριν την ανατροπή του κυριολεκτικού και τη μεταστροφή του σε μεταφορικό (που συμβαίνει και πάλι με την τελευταία εικόνα του τελευταίου στίχου στο κλείσιμο του ποιήματος, το οποίο κλείσιμο φαίνεται πως για τον Καρυωτάκη συνιστά αυτή ακριβώς η μεταστροφή), ο ποιητής δίνει στην εικόνα, για πολύ λίγο, και πάλι τον οπτικό χαρακτήρα της («το βράδυ [=σκοτάδι] που πέφτει // ολοένα στην πόλη, // στων ανθρώπων την όψη»). Αυτό προφανώς δεν γίνεται τυχαία, αλλά φανερώνει την πεποίθηση του ποιητή στον πραγματολογικό χαρακτήρα του οπτικού και στην περιγραφική/κυριολεκτική λειτουργία της οπτικής εικόνας. Επιλέγοντας, επομένως, ακριβώς πριν από την καταληκτήρια αποκάλυψη της μεταφορικής λειτουργίας της εικονοποιίας του ποιήματος μια εικόνα οπτική, θέλει να κάνει πιο έντονη ή πιο αιφνίδια τη μετάβαση από το κυριολεκτικό στο μεταφορικό· θέλει, δηλαδή, να κάνει πιο εντυπωσιακή την καταληκτική αποκάλυψη πως όλες οι εικόνες του ποιήματος που έως εκείνη τη στιγμή έδιναν την εντύπωση πως ήταν απλός περιγραφικές και λειτουργούσαν κυριολεκτικά, στην πραγματικότητα αποτελούσαν (το κυριολεκτικό) μέρος μιας σύνθετης μεταφοράς, που προτείνει τη θεμελιώδη αναλογία/σύγκριση ανάμεσα στη ζωή του ομιλητή του ποιήματος και στο βράδυ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου