Blogger Widgets

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Έκφραση – Έκθεση Α’ Λυκείου : Γλωσσικές ποικιλίες


Φύλλο εργασίας

1.       Μελετώντας τα κείμενα του βιβλίου σας (σελ.20 – 26) να καταγράψετε τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των γεωγραφικών ποικιλιών.
2.      Με ποιον τρόπο ένας ηλικιωμένος (παππούς, γιαγιά) θα συμβούλευε τα εγγόνια του να τακτοποιούν το δωμάτιό τους και γενικότερα να συνεισφέρουν στις οικιακές εργασίες; Πώς θα απευθυνόταν στην εγγονή και πώς στον εγγονό; Πώς θα απευθυνόταν στους γονείς των παιδιών, ώστε να πείσουν τα παιδιά τους να συμμετέχουν στις δουλειές του σπιτιού;
3.      Κάποιοι μαθητές έφυγαν από το σχολείο τις τελευταίες ώρες χωρίς άδεια. Την επόμενη ημέρα ο Διευθυντής του σχολείου τους καλεί στο γραφείο του. Τι θα τους έλεγε; Τι θα έλεγε στους γονείς των μαθητών για να τους ενημερώσει για το περιστατικό; Τι θα έλεγαν οι μαθητές για το ίδιο ζήτημα στο διάλλειμα;
4.      Ο προπονητής μιας ομάδας πριν από έναν κρίσιμο αγώνα γράφει ένα δελτίο τύπου για τα ΜΜΕ μιλώντας για την προοπτική της νίκης της ομάδας του. Τι θα έγραφε στο δελτίο τύπου; Τι θα έλεγε στους παίκτες του για το ίδιο ζήτημα;
5.      Να γράψετε μία επιστολή προς τον Διευθυντή του σχολείου ζητώντας την άδεια για μια συναυλία που θέλετε να διοργανώσει η τάξη σας. Να τονίσετε τα πλεονεκτήματα της μουσικής βραδιάς για το σχολείο και τους μαθητές. Να γράψετε μια δεύτερη επιστολή προσκαλώντας  ένα φίλο σας στη συναυλία αυτή. (δείτε επιστολές στις σελ. 34 – 35 του βιβλίου σας)

 Ορισμοί

διάλεκτος η : ιδίωμα με μεγάλη έκταση ή με σημαντικές διαφορές από την κοινή στην προφορά, στη μορφολογία, στη σύνταξη και στο λεξιλόγιο, που δε θεωρείται όμως διαφορετική γλώσσα: Kυπριακή / ποντιακή / τσακώνικη ~. || Mιλάει στη ρουμελιώτικη διάλεκτο, ιδίωμα. || ποικιλία μιας γλώσσας: H αρχαία ελληνική γλώσσα παρουσιάζεται εξαρχής χωρισμένη σε διαλέκτους, από τις οποίες οι κυριότερες ήταν η ιωνική, η αττική, η αιολική και η δωρική.
ιδίωμα το : 1α. (γλωσσ.) τοπική παραλλαγή μιας γλώσσας, με μικρές αποκλίσεις από την κοινή γλώσσα στο χώρο της φωνολογίας, της μορφολογίας ή του λεξιλογίου· (πρβ. διάλεκτος) : Tο γλωσσικό ~ της Kύμης. Tα βόρεια ιδιώματα. Mε την επικράτηση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας τα ιδιώματα παραμερίζονται. Παρόλο που έζησε πολλά χρόνια στην Aθήνα, μιλάει ακόμα το ~ της πατρίδας του. β. (σπάν.) ιδιαίτεροι φραστικοί και λεκτικοί τρόποι συγγραφέα. 2. (προφ.) ιδιαίτερη συνήθεια, λίγο ή πολύ παράδοξη και συνήθ. ενοχλητική· ιδιοτροπία: Έχει το ~ να διακόπτει τους συνομιλητές του.
ιδιωματισμός ο : γλωσσικό φαινόμενο που εμφανίζεται σε τοπικές γλώσσες (ιδιώματα ή διαλέκτους), αλλά δε συνηθίζεται ή είναι άγνωστο στην κοινή μορφή μιας γλώσσας, (διαφορετικό από το ιδιωτισμός, βλ. λ.).
ιδιωτισμός ο : έκφραση με ιδιαίτερη σημασία ή σύνταξη που λέγεται σε μια γλώσσα, π.χ. «μαλλιά κουβάρια», «φωτιά και λάβρα», «άρον άρον»: Λαϊκοί / λόγιοι ιδιωτισμοί. Οι ιδιωτισμοί είναι στοιχεία εκφραστικά και αναντικατάστατα, που πλουτίζουν την κοινή γλώσσα. (διαφορετικό από το ιδιωματισμός· βλ. λ.).
ιδιόλεκτο το : η ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί ένα άτομο και με επέκταση η ιδιαίτερη γλώσσα που πλάστηκε και χρησιμοποιείται από ένα περιορισμένο σύνολο ατόμων (παρέα φίλων, οικογένεια κτλ.).


Τι είναι μια κοινωνική ποικιλία ή κοινωνιόλεκτος;

Η σύγχρονη γλωσσολογία (και κυρίως η κοινωνιογλωσσολογία) αναγνωρίζει ότι οι  γλώσσες χαρακτηρίζονται από ποικιλότητα παρά από ομοιογένεια.
Έτσι, μιλώντας για την «ελληνική γλώσσα», ουσιαστικά εννοούμε ένα σύνολο γλωσσικών ποικιλιών (που έχουν πολλές ομοιότητες αλλά και σοβαρές διαφορές μεταξύ τους). Στην κοινωνιογλωσσολογία γίνεται μια βασική διάκριση ανάμεσα σε
1.      γλωσσικές ποικιλίες με βάση τον χρήστη (π.χ. ποικιλίες που συνδέονται με στοιχεία της κοινωνικής ταυτότητας όπως η γεωγραφική και η κοινωνική καταγωγή, η ηλικία, το φύλο, η μόρφωση κλπ.) και σε
2.      γλωσσικές ποικιλίες με βάση τη χρήση (δηλ. ποικιλίες που συνδέονται με συγκεκριμένες κοινωνικές περιστάσεις και συχνά ονομάζονται επίπεδα ύφους ή λειτουργικές ποικιλίες ή/και κειμενικά είδη).
Επιπλέον, οι γλωσσικές ποικιλίες με βάση το χρήστη (1) διακρίνονται σε
1.      γεωγραφικές ποικιλίες  (που χωρίζονται σε διαλέκτους και ιδιώματα)  2.      κοινωνικές ποικιλίες  ή κοινωνιολέκτους . Οι κοινωνικές ποικιλίες ή κοινωνιόλεκτοι είναι γλωσσικές ποικιλίες που δηλώνουν στοιχεία της κοινωνικής ταυτότητας των χρηστών τους, εφόσον συνδέονται χαρακτηριστικά με κοινωνικές ομάδες, όπως είναι τα μέλη μιας κοινωνικο-οικονομικής τάξης (π.χ. η γλώσσα των αστών ή των λαϊκών στρωμάτων, η πολύ αυστηρότερη διαστρωμάτωση της «κάστας» στην Ινδία), μια εθνική ή εθνοτική ομάδα (π.χ. Μικρασιάτες πρόσφυγες), μια ηλικιακή ομάδα (π.χ. γλώσσα των νέων), μια επαγγελματική ομάδα με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα (αθλητικογράφοι, χτίστες, ψαράδες, γιατροί, δικηγόροι, μουσικοί, στρατιωτικοί), ή ακόμη και μια ομάδα με κοινή ιδεολογία (π.χ. εθνικιστές, αντεξουσιαστές), κλπ. Στην περίπτωση των επαγγελματικών ομάδων αναπτύσσονται και ειδικά λεξιλόγια που καλύπτουν τις ιδιαίτερες ανάγκες επικοινωνίας μεταξύ των μελών τους.
Οι κοινωνιόλεκτοι είναι τρόποι ομιλίας με δικά τους χαρακτηριστικά  –στο επίπεδο των φθόγγων, του λεξιλογίου και της γραμματικής δομής– που χρησιμοποιούνται υπό ορισμένες συνθήκες επικοινωνίας και είναι μέρος της γλωσσικής συνείδησης μιας κοινότητας. Χρησιμοποιώντας μια κοινωνιόλεκτο ένα μέλος της ομάδας μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως μέλος και να αναγνωρίζεται επίσης ως μέλος από τους άλλους. Με άλλα λόγια, οι κοινωνιόλεκτοι είναι μια όψη της στενής και σύνθετης σχέσης γλώσσας και κοινωνίας.


Η γλώσσα των νέων






Εργασία : Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της «γλώσσας των νέων»; Γιατί χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη ιδιόλεκτο; Να λάβετε υπόψη σας τα παραπάνω videos.