Blogger Widgets

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Φώτης Κόντογλου

Ο Φώτης Κόντογλου γεννήθηκε στο Αϊβαλί

Ο Φώτης Κόντογλου (πραγματικό όνομα Φώτιος Αποστολέλης: Αϊβαλί Μικράς Ασίας, 8 Νοεμβρίου 1895 – Αθήνα, 13 Ιουλίου 1965) ήταν έλληνας λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο. Είχε ακόμα σημαντικότατη συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του Τριάντα». Μαθητές του ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, κ.ά.


Η ζωή του
Ο Φώτης Κόντογλου, γιος του Νικόλαου Αποστολέλλη και της Δέσπως Κόντογλου, γεννήθηκε στο Αϊβαλί το 1895. Ένα χρόνο μετά έχασε τον πατέρα του και την κηδεμονία αυτού και τριών μεγαλύτερων αδερφιών του ανέλαβε ο θείος του Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της μονής της Αγίας Παρασκευής, στον οποίο οφείλεται και η χρήση του επωνύμου της οικογένειας της μητέρας του. Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στο Αϊβαλί. Εκεί τελείωσε το σχολείο το 1912· στο Γυμνάσιο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα και ήταν μέλος μιας ομάδας μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό Μέλισσα, το οποίο ο Κόντογλου διακοσμούσε με ζωγραφιές. Μετά την αποφοίτησή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, από την οποία δεν αποφοίτησε ποτέ. Το 1914 εγκατέλειψε τη σχολή του και πήγε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Παράλληλα συνεργαζόταν με το περιοδικό Illustration και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό του περιοδικού για την εικονογράφηση βιβλίου, για την εικονογράφηση της Πείνας του Κνουτ Χάμσουν. Το 1917 έκανε ταξίδια στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία. Τότε έγραψε και το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, το Pedro Cazas. Επέστρεψε στην πατρίδα του το 1919, μετά την λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο "Νέοι Άνθρωποι", στον οποίο συμμετείχαν επίσης ο Ηλίας Βενέζης, ο Στρατής Δούκας, ο Ευάγγελος Δαδιώτης, ο Πάνος Βαλσαμάκης και άλλοι εξέχοντες λόγιοι, και εξέδωσε το Pedro Cazas και διορίστηκε στο Παρθεναγωγείο Κυδωνίων, όπου δίδασκε Γαλλική Γλώσσα και Ιστορία της Τέχνης.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή πήγε αρχικά στη Μυτιλήνη και έπειτα στην Αθήνα, μετά από πρόσκληση Ελλήνων λογοτεχνών που διάβασαν το βιβλίο του και ενθουσιάστηκαν, όπως η Έλλη Αλεξίου, ο Μάρκος Αυγέρης, η Γαλάτεια Καζαντζάκη και ο Νίκος Καζαντζάκης. Το 1923 έκανε ταξίδι στο Άγιο Όρος· εκεί ανακάλυψε τη βυζαντινή ζωγραφική, αντέγραψε πολλά έργα και έγραψε αρκετά κείμενα. Όταν επέστρεψε, εξέδωσε το λεύκωμα Η Τέχνη του Άθω και έκανε μια πρώτη έκθεση με έργα ζωγραφικής του. Το 1925 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία.
Εργάστηκε ως συντηρητής εικόνων σε μουσεία (στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, στον Μυστρά, στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο) και ως αγιογράφος σε ναούς (στην Καπνικαρέα, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, στον Άγιο Ανδρέα της οδού Λευκωσίας στην Αθήνα, στον Άγιος Γεώργιο Κυψέλης, στα παρεκκλήσια Ζαΐμη στο Ρίο και Πεσμαζόγλου στην Κηφισιά, στη Ζωοδόχο Πηγή στην Παιανία, στη Μητρόπολη της Ρόδου και αλλού),  ενώ έκανε και την εικονογράφηση του Δημαρχείου Αθηνών.


Αντιδρώντας στον εκδυτικισμό αγωνίστηκε για την επαναφορά της παραδοσιακής αγιογραφίας: μαζί με τον Κωστή Μπαστιά και τον Βασίλη Μουστάκη κυκλοφόρησαν το περιοδικό ΄΄Κιβωτός΄΄, όπου με άρθρα και φωτογραφικό υλικό ενίσχυαν τον αγώνα του Κόντογλου. Mια τέτοια προσπάθεια περιέκλειε και κάποια μειονεκτήματα: ο Κόντογλου κουβαλούσε από την περίοδο της μαθητείας του στο Παρίσι την αγάπη των Εμπρεσιονιστών για τις πρωτόγονες τέχνες και επιστρέφοντας στην Ελλάδα μελέτησε και αντέγραψε τα έργα της βυζαντινής ζωγραφικής με τέτοια κριτήρια. Έτσι η βυζαντινή εικόνα έπρεπε να είναι καθαρή και ανόθευτη από κάθε άλλη επίδραση. Ένα πνεύμα στρατεύσεως θα χαρακτηρίσει την δημιουργία του, καθώς «ο ίδιος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο θα γράψει πως αποφασίζει να αφιερώσει το τάλαντό του στο Χριστό», κάτι που απουσίαζε στους πρώτους Χριστιανούς και τους Βυζαντινούς. Γι΄ αυτό και η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον προπολεμικό και τον μεταπολεμικό Κόντογλου. Πριν τον πόλεμο θα εισηγηθεί στον Αναστάσιο Ορλάνδο, Διευθυντή της Υπηρεσίας αναστηλώσεως και συντηρήσεως αρχαίων και Βυζαντινών μνημείων του Υπουργείου Παιδείας, οι εκκλησίες να χτίζονται και να διακοσμούνται με τοιχογραφίες βυζαντινότροπες.
Πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1965, έπειτα από μετεγχειρητική μόλυνση.
Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1961 για το βιβλίο Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, με το Βραβείο «Πουρφίνα» της Ομάδας των Δώδεκα (1963) για το βιβλίο Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου και με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

Εργογραφία
Ταξείδια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής, περιγραφικά του τί ακούμε από τα χρόνια των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Βενετσάνων και των Τούρκων, 1928.
Ὁ θεός Κόνανος καί τό μοναστῆρι του τό λεγόμενο καταβύθιση, Νικολόπουλου, 1943.
Ἱστορίες καί περιστατικά κι' ἄλλα γραψίματα λογῆς λογῆς, Νικολόπουλου, 1944.
Ὁ κουρσάρος Πέδρο Καζᾶς, Γλάρος, 1944.
Ἓλληνας θαλασσινός στίς θάλασσες τῆς νοτιᾶς, Γλάρος, 1944.
Η Αφρική και οι θάλασσες της Νοτιάς, Γλάρος, 1944.
Οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι τῆς Ἀνατολῆς: Ἱστορία ἀληθινή, Νικολόπουλος, 1945.
Ἡμερολόγιον παιδικόν τοῦ 1949, Ἀποστολική Διακονία, 1949
Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου, Παπαδημητρίου, 2000.
Παναγία και Υπεραγία: Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, Αρμός, 2000.
Γίγαντες ταπεινοί, Ακρίτας, 2000.
Το ασάλευτο θεμέλιο, επιμέλεια Κώστας Σαρδελής, Ακρίτας, 2000.
Μικρό Εορταστικό, Ακρίτας, 2000.
Ανέστη Χριστός: Η δοκιμασία του λογικού, Αρμός, 2001
Μυστικά άνθη: Ήγουν: Κείμενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής, Παπαδημητρίου, 2001
Χριστού γέννησις: Το φοβερόν μυστήριον, Αρμός, 2001
Για να πάρουμε μια ιδέα περί ζωγραφικής, Αθήνα : Αρμός, 2002.
Σκληρό τάμα, εικονογράφηση Γιώργου Κόρδη, Αρμός, 2003.
Το πάρσιμο της Πόλης, εικονογράφηση Σταμάτης Μπονάτσος, Ακρίτας, 2003.
Ταξιδευτές κι ονειροπόλοι, επιμέλεια Νίκος Αγνάντος, Ακρίτας, 2005.


 


ΔΙΚΤΥΟΓΡΑΦΙΑ







Φώτης Κόντογλου-ΕΡΤ - Αρχείο από misha_sarov

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Νίκος Καββαδίας - Φάτα Μοργκάνα


Θά μεταλάβω μέ νερό θαλασσινό
στάλα τή στάλα συναγμένο ἀπ' τό κορμί σου
σέ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
ποῦ κοινωνοῦσαν πειρατές πρίν πολεμήσουν.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πανί δερμάτινο, ἀλειμμένο μέ κερί,
ὀσμή ἀπό κέδρο, ἀπό λιβάνι, ἀπό βερνίκι,
ὅπως μυρίζει ἀμπάρι σέ παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στόν Εὐφράτη στή Φοινίκη.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Σκουριά πυροχρωμη στίς μίνες τοῦ Σινᾶ.
Οἱ κάβες τῆς Γερακινῆς καί τό Στρατόνι.
Τό ἐπίχρισμα. Ἡ ἅγια σκουριά πού μᾶς γεννᾶ,
Μᾶς τρέφει, τρέφεται ἀπό μας, καί μᾶς σκοτώνει.

Πούθ' ἔρχεσαι; Ἀπ' τή Βαβυλώνα.
Ποῦ πᾶς; Στό μάτι τοῦ κυκλώνα.
Ποιάν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.

Πῶς τή λένε; Φάτα Μοργκάνα.




http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/nikos_kabbadias/1975_traberso_index.htm

Μάικλ Βέντρις, γραμμική Β΄

Ο Μάικλ Βέντρις (Michael Ventris, 12 Ιουλίου 1922 - 6 Σεπτεμβρίου 1956) ήταν Άγγλος γλωσσολόγος και αρχιτέκτονας και ο άνθρωπος που αποκρυπτογράφησε τη Γραμμική Β γραφή.
Γιος ενός συνταγματάρχη του βρετανικού στρατού και της πολωνοβρετανίδας Άννα Ντοροθέα Γιάνας, γεννήθηκε στην Αγγλία και πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε οικοτροφεία της Ελβετίας, όπου φάνηκε η κλίση του στην εκμάθηση γλωσσών και στο σκι. Μέχρι να γίνει εννέα χρονών είχε μάθει γαλλικά, γερμανικά, ελβετογερμανικά, αρχαία ελληνικά και λατινικά. Στην Αγγλία εισήχθη για τις γυμνασιακές του σπουδές στην Σχολή Στόου, όπου κέρδισε μια υποτροφία (1935-1939). Το 1936, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, έτυχε να ξεναγηθεί από τον Άρθουρ Έβανς σε μια έκθεση ελληνικής και μινωικής τέχνης. Εκεί κεντρίστηκε το ενδιαφέρον του από το γεγονός ότι η Γραμμική Β γραφή δεν είχε αποκρυπτογραφηθεί. Έτσι ξεκίνησε να διαβάζει γι' αυτή.
                       
Στο μεταξύ η μητέρα του είχε χωρίσει και μετακόμισε μαζί της σε ένα σύγχρονο διαμέρισμα στο Χαϊπόιντ του λονδρέζικου Χάϊγκέϊτ, όπου επηρεάστηκε από τους φίλους που είχε η μητέρα του στους κύκλους των καλλιτεχνών και αρχιτεκτόνων. Από τον Ιανουάριο του 1940 ξεκίνησε σπουδές στην Σχολή της Ένωσης Αρχιτεκτόνων. Λίγο αργότερα η μητέρα του αυτοκτόνησε. Το 1942 παντρεύτηκε την Λόις Νοξ-Νίβεν. Όλο αυτόν τον καιρό ασχολούνταν στον ελεύθερο χρόνο του με προσπάθειες για την κατανόηση της Γραμμικής Β, έχοντας την πίστη ότι επρόκειτο για μια γλώσσα συγγενή της ετρουσκικής.

Τον Αύγουστο του 1942 κατατάχτηκε στη RAF και ξεκίνησε εκπαίδευση πιλότου, αλλά τελικά κατέληξε αεροναυτίλος και ασχολήθηκε με την αποκρυπτογράφηση κωδικοποιημένων μηνυμάτων. Μετά από εκπαίδευση στον Καναδά συμμετείχε σε βομβαρδισμούς στην Ευρώπη. Με το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του στα Γερμανικά, κατάφερε να μετατεθεί στη Γερμανία. Το 1946 απολύθηκε και επέστρεψε στο σπίτι του στο Χαϊπόιντ, όπου έμεναν η γυναίκα και τα δύο παιδιά του, και στις σπουδές του στην αρχιτεκτονική. Με φίλους ασχολήθηκε με το σχεδιασμό κτιρίων και έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη.

Παράλληλα ο Βέντρις δεν σταμάτησε ποτέ να ασχολείται με την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, έχοντας μάλιστα τακτική αλληλογραφία με άλλους ερευνητές και επαφή με καταξιωμένους επιστήμονες, όπως ο σερ Τζων Μάιρς. Λόγω της πλάνης στην οποία είχε πέσει χάρη στις εσφαλμένες θεωρίες του Άρθουρ Έβανς, και παρά τις συνεχείς έρευνες που έκαναν οι Μάιρς, Βέντρις και οι αμερικανοί Έμμετ Μπένετ και Άλις Κόμπερ, δεν σημειώθηκε σημαντική πρόοδος, ώσπου η Αμερικανίδα ερευνήτρια Άλις Κόμπερ παρατήρησε ότι ομάδες συμβόλων, που ονομάστηκαν τα τρίδυμα της Κόμπερ, φανέρωναν κλίση λέξεων. Η κλίση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για γλώσσα με γραμματικούς κανόνες όπως της Ελληνικής και της Λατινικής, όχι της Ετρουσκικής.

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα από την ενασχόληση με την Γραμμική Β, το 1950 έκανε προσπάθεια να οργανώσει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ερευνητών. Όμως κανένας ερευνητής (συμπεριλαμβανομένου του Βέντρις) δεν τόλμησε να προτείνει ότι η γλώσσα της Γραμμικής Β είναι ελληνική. Το 1951 άρχισε να διανέμει τις Σημειώσεις Εργασίας του σε άλλους ερευνητές και να σχηματίζει κανάβους, όπου καταχώριζε τα σύμβολα ανάλογα με την πιθανή σημασία τους. Παραιτήθηκε μάλιστα από την αρχιτεκτονική εργασία του για να ασχοληθεί με την αποκρυπτογράφηση. Τελικά το 1952 αποτόλμησε να εγκαταλείψει την υπόθεση της ετρουσκικής γλώσσας και να δοκιμάσει την πιθανότητα της ελληνικής.


Ήδη είχαν ανακαλυφθεί και δημοσιευτεί οι πινακίδες Γραμμικής Β που βρέθηκαν στο ανάκτορο της Πύλου. Ο νέος πλούτος στοιχείων τον βοήθησε να παρατηρήσει ορισμένες ομάδες συμβόλων, για τις οποίες είχε σημαντικούς λόγους να πιστεύει ότι ήταν ονόματα πόλεων. Καθώς ορισμένες από αυτές τις ομάδες εμφανίζονταν μόνο σε πινακίδες από την Κρήτη, έκανε την υπόθεση ότι ήταν ονόματα πόλεων του νησιού. Κάνοντας αντιστοιχίσεις κατάφερε να αποσαφηνίσει την έννοια και άλλων συμβόλων και να διαπιστώσει ότι η Γραμμική Β ήταν ελληνική γραφή. Αυτό κατέρριψε τις θεωρίες του Έβανς για το Μινωικό Πολιτισμό, δείχνοντας ότι τουλάχιστον την εποχή των πινακίδων η Κρήτη ήταν μέρος του μυκηναϊκού κόσμου.

Σε συνεργασία με τον Τζων Τσάντγουικ προχώρησε την έρευνά του και δημοσίευσε στοιχεία που αποδείκνυαν την ορθότητα της αποκρυπτογράφησης. Σύντομα έγινε γνωστός, και ένα νέο ρεύμα ενδιαφέροντος για την Μυκηναϊκή Ελλάδα και τον Κρητικό πολιτισμό αναπτύχθηκε σε όλο τον κόσμο. Μαζί με τον Τσάντγουικ έγραψε το βιβλίο "Documents in Mycenaean Greek", ενώ το 1954 εργάστηκε ως σχεδιαστής σε ανασκαφές στο Εμποριό της Χίου, όπου αναφέρεται ότι μετέφραζε πινακίδες αμέσως μετά από την ανασκαφή τους.


Ενώ πλέον το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού κόσμου είχε δεχτεί την ανακάλυψή του και ο ίδιος δεχόταν μεγάλες διακρίσεις και προτάσεις για την είσοδό του στον ακαδημαϊκό χώρο, σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1956.


περισσότερα για τη γραμμική Β΄ : 

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Γιάννης Ρίτσος

"Το νόημα της απλότητας"




Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·
αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,
θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,
θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.

Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα
σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)
φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –
πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.