Blogger Widgets

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

25η Μαρτίου

κόσμος μς λεγε τρελλούς. μες, ν δν εμεθα τρελλοί,
δν κάναμεν τν πανάστασιν [...].

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα
Η Δόξα των Ψαρών, Γύζης

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Εικοστή πέμπτη Μαρτίου

Ευαγγελισμός – Ελληνισμός

Μεμιάς ανοίγει ο ουρανός τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι, κοιτάζουν.
Μια φλόγ’ αστράφτει… ακούονται ψαλμοί και μελωδία…
Πετάει έν άστρο… σταματά εμπρός εις τη Μαρία…

 «Χαίρε, της λέει, αειπάρθενε, ευλογημένη, χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε, Μαρία, χαίρε!»
Επέρασαν χρόνοι πολλοί… Μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλε ο ουρανός… Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,

μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει, αλυσωμένη.
Τα σίδερα είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Τα καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της.
Τρέμει μεμιάς η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν άστρο, μιαν αχτίδα.

Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του…
«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς, ανάστα, χαίρε».
Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ’ η πεθαμένη
νιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη

χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ’ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της…
Κανείς δεν αποκρένεται… Βγαίνει, πετά στα όρη…
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.
«Ξυπνάτε, εσείς που κοίτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,

το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».
Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αιθέρα
μ’ όλα τα κάλλη τ’ ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να τη χαιρετίσει.

Γιορτάστέ την, γιορτάστέ την! Καθείς ας μεταλάβει
από τη Χάρη του Θεού. Και σεις, και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στην καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι να ’στε!
[1859]


Η ανατίναξη του Χρήστου Καψάλη, Βρυζάκης


Εις Σάμον, Ανδρέας Κάλβος

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
                η ελευθερία.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου, Βρυζάκης


Άγαλμα της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες
Εθνικός Ύμνος Διονύσιος Σολωμός

Σ γνωρίζω π τν κόψη
το σπαθιο τν τρομερή,
σ γνωρίζω π τν ψη
πο μ βία μετράει τ γ.

π' τ κόκαλα βγαλμένη
τν λλήνων τ ερά,
κα σν πρτα νδρειωμένη,
χαρε, χαρε, λευθερι !


«Μια φορά εβαπτίστημεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μία με το αίμα δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας».
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, Παρθένης

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Γεώργιος Δροσίνης, Τα πρωτοβρόχια


φύλλο εργασίας 1


φύλλο εργασίας  2


1.       Ποια είναι τα συναισθήματα του ποιητή;
2.      Ο Ανδρέας Καραντώνης στις «Φυσιογνωμίες» γράφει τούτο: «Ο Δροσίνης στους στίχους αυτούς (Θα βραδυάζη) συνταίριασε μ’ έναν πολύ γραφικό τρόπο τις δύο κύριες ροπές, της ιδιοσυγκρασίας του, την αγάπη στη φύση και την κλίση του προς το ανέφελο ερωτικό ειδύλλιο. Να εντοπίσετε τα στοιχεία αυτά στο ποίημα.
3.      Τι συμβολίζει ο χειμώνας στην τελευταία στροφή;
4.      Ακολουθούν παράλληλα κείμενα. Να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές 
α) ως προς το περιεχόμενο και β) ως προς τη μορφή.

Παράλληλα Κείμενα

Γεώργιος Δροσίνης, Το φτάσιμο

Θα βραδιάζει η μέρα, όταν θα φτάνομε
Στου χωριού τ’ αποσκιωμένα αλώνια·
Θα φανούν λευκά τα χωριατόσπιτα
Πίσω από των πεύκων τ’ ακροκλώνια.

Μακρινά θ’ ακούονται αρνιών βελάσματα·
Βραδινή καμπάνα θα σημαίνει·
Στη βρυσούλα βόδια θα ποτίζονται·
Θα καπνίζουν φούρνοι φλογισμένοι.

Θα βαθιανασαίνουμε στο διάβα μας
Μυρωδιά από στάχυα θερισμένα.
Θα μας ευχηθούν το «καλώς ήρθατε»
Χέρια από τον κάματο αργασμένα.

Από το κατώφλι αναμερίζοντας
Του καιρού τ’ αγκάθια και τα χόρτα,
Του κλειστού παλιόπυργου θ’ ανοίξομε
Τη βαριά τη σιδερένια πόρτα.

Κι όταν το λυχνάρι μας θ’ ανάψομε
Ταπεινό —την ώρα που νυχτώνει—
Τη χαρά θα νιώσομε πως είμαστε
Χωρισμένοι απ’ όλα: μόνοι, μόνοι.
[πηγή: Γεώργιος Δροσίνης, Θα βραδιάζει (1915-1922), Ι.Ν. Σιδέρης, Αθήνα χ.χ., σ. 1-2]

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, (απόσπασμα)

ΣΑΒΒΑΤΟ, 18
Ακόμη βρέχει. Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Κι αιωνίως θα κυκλοφορώ
με μιαν ομπρέλα ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία.

ΣΑΒΒΑΤΟ, 18β
Βάρος της τρυφεράδας τ’ ουρανού
μετά που εβρόντησε και ξεκινά ο σαλίγκαρος.
Κομμάτια σπίτια που επιπλέουν, μπαλκόνια με μπροστά
το κοντάρι τους, ο αέρας.
Γεγονός είναι ο θάνατος που επίκειται
φορτωμένος κάτι ευτυχίες παλιές
κι εκείνη την πολύ γνωστή (που λευκάνθηκε στις άγριες
ερημιές) απελπισία.

ΣΑΒΒΑΤΟ, 18γ
Κάθομαι ώρες και κοιτάζω το νερό στις πλάκες ώσπου, τέλος, γίνεται
πρόσωπο που μοιάζει και φέγγει απ’ όλη την περασμένη μου ζωή.

(Οδ. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα, 2002, σελ. 480-481)


Κ. Π. Καβάφης, Βροχή
……………………………
έχει λιγνά δυο δέντρα
μικρό ένα περιβόλι.
και κάμνει εκεί της εξοχής
μια παρωδία το νερόμπαίνοντας
σε κλωνάρια
όπου δεν έχουν μυστικά.
ποτίζοντας τες ρίζες
που έχουν ασθενικό χυμό.
τρέχοντας εις το φύλλωμα
που με κλωστές δεμένο
πεζό και μελαγχολικό
κρεμνά στα παραθύρια.
και πλένοντας καχεκτικά
φυτά που μες σε γλάστρες
τα 'στησ' αράδα-αράδα
μια φρόνιμη νοικοκυρά.
Βροχή, που τα μικρά παιδιά
κοιτάζουμε χαρούμενα
μεσ' από κάμαρη ζεστή,
κι όσο πληθαίνει το νερό

και πέφτει πιο μεγάλα,
χτυπούν τα χέρια και πηδούν.
Βροχή, που ακούν οι γέροι
με σκυθρωπήν υπομονή,
με βαρεμό κι ανία
γιατί εκείνοι από
ένστικτον δεν αγαπούνε
διόλου βρεμένο χώμα και σκιές
Βροχή, βροχή – εξακολουθεί
πάντα ραγδαία να βρέχει.
Μα τώρα πια δεν βλέπω.
Θόλωσ' απ' τα πολλά
νερά του παραθύρου το υαλί.
Στην επιφάνειά του
τρέχουν, γλιστρούν, κι απλώνονται
κι ανεβοκατεβαίνουν
ρανίδες σκορπισμένες
και κάθε μια λεκιάζει
και κάθε μια θαμπώνει.
Και μόλις πλέον φαίνεται
θολά-θολά ο δρόμος
και μες σε πάχνη νερουλή
τα σπίτια και τ' αμάξια.

5.      Να γράψετε ένα πεζό ή ποιητικό κείμενο με εικόνες της άνοιξης.
6.      Να ζωγραφίσετε εικόνες του ποιήματος ή των παράλληλων κειμένων.
7.      Να οπτικοποιήσετε το ποίημα (με power point ή windows movie maker).
8.      Να δημιουργήσετε ένα ανθολόγιο με θέμα : Η βροχή στη λογοτεχνία.

Η ποιητική συλλογή «Θα βραδυάζει»

Το 1922 εκδίδει την συλλογή του «Θα βραδυάζη». «Μικρά λυρικά κομμάτια – μικρά αριστουργήματα», γράφει ο Παλαμάς. Η συλλογή «Θα βραδυάζη» είναι αντιπροσωπευτική της ποίησης του Δροσίνη. Έχει όλα τα τυπικά γνωρίσματα της τέχνης του. Άψογο στίχο, μορφική εντέλεια, πλούσιο στοχασμό, συγκίνηση, λυρισμό, απαλόφωνο πάθος.
Ο Δροσίνης – εδώ – ξαναγυρίζει νοσταλγικά στα νεανικά του όνειρα και τους ενθουσιασμούς, με νέα ποιητική πνοή. Ήρεμος, βαθυστόχαστος και συντροφευμένος από την αγαπημένη ιδανική γυναίκα, ζει στο ειδυλλιακό κλασικό χωριό, με φυσιολατρική διάθεση, τις χαρακτηριστικές ωραίες στιγμές της λιτής αγροτικής ζωής, σε κάθε εποχή του έτους. Φθάνει ως το τέρμα, το θάνατο, και με μυστικοπαθή συγκίνηση και αισιοδοξία τραγουδεί το προμήνυμα μιας άλλης νέας ζωής:
Με τα όνειρά μας αληθεμένα,
μ’ όλους τους πόθους σμιγμένους σ’ ένα,
με πίστη ασάλευτη στην ψυχή
και στου θανάτου το προσκεφάλι
ό,τι στο τέλος φοβούνται οι άλλοι
θα το χαιρόμαστε – σαν Αρχή.
Καθένα από τα ογδόντα τούτα ζωγραφικά και περιγραφικά τραγούδια της συλλογής είναι κι’ ένας ύμνος στην κάθε εξαίσια στιγμή των δύο ερωτευμένων, που χαίρονται την αγάπη τους μέσα στην φύση, με τα υπέρλαμπρα στολίδια της και το αιθέριο φως, που φωτίζει την ιερή μορφή της αγαπημένης γυναίκας. της αγνής, ιδανικής αγαπημένης, όπως την ονειροπόλησε ο ποιητής. Πολύ χαρακτηριστικά ο Ανδρέας Καραντώνης στις «Φυσιογνωμίες» γράφει τούτο:
«Ο Δροσίνης στους στίχους αυτούς (Θα βραδυάζη) συνταίριασε μ’ έναν πολύ γραφικό τρόπο τις δύο κύριες ροπές, της ιδιοσυγκρασίας του, την αγάπη στη φύση και την κλίση του προς το ανέφελο ερωτικό ειδύλλιο. Οι δύο αυτές ροπές είναι από φυσικού του αλληλένδετες, γιατί δεν είναι δυνατόν να νοηθεί ερωτικό ειδύλλιο, έξω από την ατμόσφαιρα της υπαίθρου. Αυτό το αλληλένδετο των δύο ροπών, ωραία και υποβλητικά το ισορρόπησε ο Δροσίνης, γιατί και οι δύο ροπές αποτέλεσαν τα συστατικά της ανθρώπινης και της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας. Η ζωή, που τραγουδιέται στους στίχους αυτούς, είτε είναι πραγματική εμπειρία, είτε ιδεατή σύνθεση στιγμών εμπειρίας, είτε και ονειροπόληση λυρική, δείχνει την καλύτερη ποιητική πλευρά του Δροσίνη, το ειδικό βάρος της ψυχής του».

http://www.drossinismuseum.gr

δικτυογραφία






Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Ελαιογραφία (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο), Βικιπαίδεια

Φύλλο εργασίας

1.       Πώς αυτοπαρουσιάζεται ο Μακρυγιάννης στην α’ παράγραφο του κειμένου;
2.      Γιατί έμαθε γράμματα σε μεγάλη ηλικία;
3.      Να εντοπίσετε στο κείμενο τον σκοπό συγγραφής των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη.
4.      Να σχολιάστε τις ακόλουθες φράσεις του κειμένου.

α) Ότι κρικέλα δεν έχει η γης να την πάρει κανείς εις την πλάτη του, ούτε ο δυνατός ούτε ο αδύνατος· και όταν είναι ο καθείς αδύνατος εις ένα πράμα και μόνος του δεν μπορεί να πάρει το βάρος, και παίρνει και τους άλλους και βοηθούν, τότε να μην φαντάζεται να λέγει ο αίτιος εγώ· να λέγει εμείς. Ότι βάναμε όλοι τις πλάτες, όχι ένας.
             β) Όσα έπαθε η πατρίς διά τους «νόμους» και το καλό αυτηνών, και όσα παλικάρια                σκοτώθηκαν, δεν τα 'παθε η πατρίς εις τον αγώνα των Τούρκων.
             γ) Εγώ την αλήθεια θα την ειπώ γυμνή.

5.      Με ποιον τρόπο προσπαθεί ο Μακρυγιάννης να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αναγνωστών του;
6.      Ποιες είναι οι βασικές αρχές των Απομνημονευμάτων;
7.      Ο Μακρυγιάννης κάνει λόγο για συλλογική και ατομική συνείδηση. Να εντοπίσετε τα αντίστοιχα χωρία στο κείμενο.
8.      Ποιες είναι οι απόψεις του συγγραφέα για την πατρίδα, τη θρησκεία και την εθνική συνείδηση;
9.      Ο Μακρυγιάννης επικρίνει την ιδιοτελή συμπεριφορά κάποιων αγωνιστών. Να σχολιάσετε την άποψή του. Δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συλλογικότητα την οποία προβάλλει στο απόσπασμα;
10.   Να εντοπίσετε ομοιότητες και διαφορές των κειμένων που ακολουθούν με το απόσπασμα του βιβλίου σας.

Παράλληλα κείμενα

α) Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Επίλογος

Κι’ όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικον να πνίγη το δίκιον. Διά ’κείνο έμαθα γράμματα εις τα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμον το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω· ήμουν φτωχός κ’ έκανα τον υπερέτη και τιμάρευα άλογα κι’ άλλες πλήθος δουλειές έκανα να βγάλω το πατρικό μου χρέος, οπού μας χρέωσαν οι χαραμήδες, και να ζήσω κ’ εγώ σε τούτην την κοινωνίαν όσο έχω τ’ αμανέτι του Θεού εις το σώμα μου. Κι’ αφού ο Θεός θέλησε να κάμη νεκρανάστασιν εις την πατρίδα μου, να την λευτερώση από την τυραγνίαν των Τούρκων, αξίωσε κ’ εμένα να δουλέψω κατά δύναμη λιγώτερον από τον χερώτερον πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα – ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κ’ εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι· όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι’ όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ» , ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκειάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ειδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζωνται διά την πατρίδα τους, διά την θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε· «Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες», αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζωνται εις το καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας. Ότι θα είναι καλά δικά τους.

β) Νίκος Γκάτσος, Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη

Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη
δε μας τα 'γραψες καλά
δες ο Έλληνας τι κάνει
για ν' ανέβει πιο ψηλά.

Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη
πάρε μαύρο γιαταγάνι
κι έλα στη ζωή μας πίσω
το στραβό να κάνεις ίσο.

Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη
δε μας τα 'γραψες σωστά
το φιλότιμο δε φτάνει
για να πάει κανείς μπροστά.

Μπαρμπαγιάννη Μακρυγιάννη
πάρε μαύρο γιαταγάνι
κι έλα στη ζωή μας πίσω
το στραβό να κάνεις ίσο.


γ) γγελος Σικελιανός,  δ στ Μακρυγιάννη

Χαρ σ κειν πο πρωτοσήκωσε
π᾿ τς σκόνες σκεπασμένο, τ δίστομο σπαθ το λόγου σου
στν λιο Μακρυγιάννη.
Κι᾿ πάνω κα στς δυ πλευρς γραφή

π᾿ τ μιά, τ λόγια ατά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
«Τ λευτεριά μας τούτη δν τν βραμε στ δρόμο,
κα δ θ μπομε εκολα στο αγο τ τσόφλι,
γιατ δν εμαστε κλωσόπουλα, σ᾿ ατ ν ξαναμπομε πίσω,
μ γίναμε πουλι κα τώρα πι στ τσόφλι δ χωρομε».

Κι᾿ π᾿ τ δεύτερη πλευρά, γραφ λλη χαραγμένη:
«πάνω στν λήθεια μου κόμα κα τ θάνατο τν δέχομαι
τς τόσες φορς τν θάνατο ζύγωσα, δερφοί μου κα δ μ πρε,
πο γι τοτο τ θάνατο καταφρον,
κι πάνω στν λήθεια μου πεθαίνω».

Χαρ σ κειν πο πρωτοσήκωσε π᾿ τ χμα ατν τ σπάθα
κα τέτοια διάβασε πάνω της βαγγέλια.


δικτυογραφία