Blogger Widgets

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Λογοτεχνία Γ' Γυμνασίου : Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Η Έξοδος του Μεσολογγίου, Θεόδωρος Βρυζάκης

Φύλλο εργασίας
1.       Ποιο είναι το ιστορικό γεγονός που αποτελεί έμπνευση για τον ποιητή;
2.      Να εντοπίσετε τον τόπο, τον χρόνο και τα πρόσωπα του ποιήματος.
3.      Γιατί χρησιμοποιούμε τον όρο «σχεδίασμα»;
4.      Να αιτιολογήσετε τον τίτλο του ποιήματος.
5.      Να εντοπίσετε τα εκφραστικά μέσα στο 1ο απόσπασμα.
6.      Ποιο είναι το θέμα και η δομή του 1ου αποσπάσματος;
7.      Γιατί ο Σολωμός επιλέγει την ιδιότητα της μάνας και δεν κάνει λόγο γενικά για έναν άνθρωπο;
8.      Η συμπεριφορά του Σουλιώτη δείχνει δειλία; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.
9.      Ποια κοινά γνωρίσματα εντοπίζετε στη μάνα και στον Σουλιώτη;
10.   Ποια είναι τα συναισθήματά τους;
11.    Σε ποια στοιχεία της φύσης αναφέρεται ο ποιητής στο 2ο απόσπασμα;
12.   Γιατί ο Σολωμός αναφέρεται στον Απρίλη και στον Έρωτα;
13.   Να περιγράψετε την εικόνα της φύσης, όπως παρουσιάζεται στο 2ο απόσπασμα.
14.   Ποια αντίθεση εντοπίζετε στο 2ο απόσπασμα και γιατί τη χρησιμοποιεί ο ποιητής;
15.   Να σχολιάσετε τους τέσσερις τελευταίους στίχους του 2ου αποσπάσματος.
16.   Να εντοπίσετε τα εκφραστικά μέσα του 2ου αποσπάσματος.
17.   Ποια η γλώσσα και το ύφος του ποιήματος;
18.   Ακολουθεί το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη «Διάκος». Να εντοπίσετε κινά στοιχεί με τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού. Πώς εκδηλώνεται ο πειρασμός στα δύο ποιήματα και ποιο είναι το ηθικό δίλημμα των ηρώων;
Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
Ως την εφίλη
το πρωινό θάμπος,
Η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.
εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»
19.   Πώς παρουσιάζεται το ήθος των γυναικών στο παράλληλο κείμενο. Ποια κοινά στοιχεία εντοπίζετε με το απόσπασμα του σχολικού εγχειριδίου;
20.  Ποια στάση ζωής προτείνει ο ποιητής μέσα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους; Πόσο δύσκολο είναι να ακολουθήσει κάποιος τη στάση ζωής των Ελεύθερων Πολιορκημένων;
21.   Να γράψετε μια σελίδα ημερολογίου, υποθέτοντας ότι βρίσκεστε στο Μεσολόγγι την περίοδο της πολιορκίας, όπως την περιγράφει ο Σολωμός.
22.  Να δραματοποιήσετε το ποίημα του Σολωμού του βιβλίου σας και το παράλληλο που αφορά το ήθος των γυναικών.

 Παράλληλα Κείμενα

α) σχεδίασμα Β’, απόσπαμα 7 - 15

Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ' όνομά τους μνέω.
Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,
Για η δύναμη δεν είν' σ' αυτές ίσια με τ' άλλα δώρα.
Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ' αυτές, η νεότερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε να 'μπει η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·
Μεγάλο πράμα η υπομονή! .......................
Αχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι εκείνη.
Εμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές·
Απ' όσα δίν' η θάλασσα, απ' όσ' η γη, ο αέρας».
Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο. Και η πρώτη είπε: «Και το αεράκι μάς πολεμάει». - Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,
Κι άφ'σε το χέρι του παιδιού κι εσώπασε λιγάκι,
Και ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.     
Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ' όνειρό της,
Κι όλες εφώναξαν μαζί κι είπαν πως είδαν ένα.
Κι ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους.
Είπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.
 Και μία είπε: «Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,
 Και μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»
 Και μία δεύτερη είπε:
 «Εγώ 'δα δάφνες. - Κι εγώ φως·.......................
- Κι εγώ σ' φωτιά μιαν όμορφη π' αστράφταν τα μαλλιά της.»
 Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη που 'χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα». Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της που 'χε ξεψυχήσει.          
 Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα.

β) Οι τελευταίες ημέρες πριν την Έξοδο, Ν. Κασομούλης

"Aπό τα μέσα Φεβρουαρίου (1826), άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς να υστερούνται το ψωμί. Mία Mεσολογγίτισσα, Bαρβάρηνα ωνομάζητο, ήτις περίθαλπεν ασθενήν (και) τον αυτάδελφόν μου Mήτρον, ετελείωσεν την θροφήν της, και μυστικά, (μαζί) με άλλαις δύο φαμελλιαίς Mεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι, και το έφαγαν.
Tαις ηύρα οπού έτρωγαν· ερώτησα πού ηύραν το κρέας, και τρόμαξεν η ψυχή μου όταν άκουσα ότι ήτον γαϊδούρι.
Mία συνδροφιά στρατιωτών Κραβαριτών είχεν έναν σκύλον και, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρευσαν. Eμαθητεύθη και τούτο.
Hμέραν παρ' ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν και η πρόληψις και όλα του να τρώγουν ακάθαρτα, και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήται (των) -και πού να προφθάσουν; Tρεις ημέραις απέρασαν, και ετελείωσαν και αυτά τα ζώα.
Περί τα τέλη Φεβρουαρίου, οι στρατιώται άλλοι είχαν από 2-3 οκ. αλεύρι (έκαστος), και άλλοι καθόλου.
Eδιορίσθη μία επιτροπή να παρατηρήση εις όλας τας οικίας, και εις τα κιβώτια ακόμη (των οικογενειών), και (ό,τι αλεύρι ευρεθή) να το συνάξη (διά) να διανεμηθή κατ' άνδρα εις όλους, στρατιώτας και πολίτας, μικρούς και μεγάλους, (ώστε) να σώσωμεν (την τροφήν) όλοι ίσια.
Eξετάσασα κατά σειράν όλας τας οικίας, μόλις ηύρεν 600 οκάδες· και έως 600 (άλλες οκ.) οπού είχαν αι (ευρεθείσαι) σάκκιναις, 1200. Tούτο (το αλεύρι) εμοιράσθη με εν φλιτζιάνι (ως μέτρον). Εμοίρασαν και από εν φλιτζιάνι κουκκιά. ’ρχισαν λοιπόν να σμίγουν ετούτο το ολίγον κουκκί και αλεύρι, εις την τέντζερην και να βάνουν (μέσα και) καβούρους στουμπίζοντές τους.
O συνεργάτης του Kου Γ. Μεσθενέα τυπογράφου, καθήμενος εις την οικίαν μας, έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν, και έβαλεν τον ψυχογυιόν του Στορνάρη και εσκότωσαν άλλην μίαν. Τούτος υπέμνησεν (εις) τους άλλους (να πράξουν το ίδιον), και εις ολίγας ημέραις γάτα δεν έμεινεν. O Αγιομαυρίτης ιατρός (Π. Στεφανίτσης) εμαγείρευσεν τον σκύλον του με λάδι, από το οποίον είχαμεν αρκετόν, και επαινούσεν το φαγί του ότι ήτον το πλέον νοστιμώτερον.
Oι στρατιώται πλέον αυθαδίασαν, και άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλον ή γάταν εύρισκαν εις τον δρόμον. [...]
Aρχίσαμεν, περί τας 15 Mαρτίου, ταις πικραλήθραις, χορτάρι της θαλάσσης· το εβράζαμεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, και το ετρώγαμεν με ξείδι και λάδι ωσάν σαλάτα, (αλλά) και με ζουμί από καβούρους ανακατωμένον και τούτο.
Eδόθησαν και εις τους ποντικούς, πλην ήτον ευτυχής όστις εδύνατο να πιάση έναν. Bατράχους δεν είχαμεν, κατά δυστυχίαν.
Aπό την έλλειψην της θροφής αύξαναν αι ασθένειαι, πονόστομος και αρθρίτις. Eις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμασθον όταν μας έφθασεν γράμμα των απεσταλμένων (μας εις Nαύπλιον συσταίνον) να βαστάξωμεν 12 ημέραις, και να φάγωμεν (εν ανάγκη) ένας τον άλλον. [...]
Εκείνην την ημέραν ένας Kραβαρίτης έκοψεν κρέας από το μηρί ενός φονευμένου και το έφαγεν".
N. Kασομούλη, Eνθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Eλλήνων. Aπό τα 1821 μέχρι των 1833, τ. B', επιμ. Γ. Bλαχογιάννης, Aθήνα, 1940, σ. 241-242, 242-243 και 256 αντίστοιχα.



δικτυογραφία










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου