Blogger Widgets

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

η λογοτεχνία στη δικτατορία


Γιώργος Σεφέρης, Δήλωση εναντίον της Χούντας

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
    Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
    Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
    Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
    Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
    Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
    Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
    Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.


Γ. Σεφέρη «Επί ασπαλάθων…» – Γ. Ρίτσου «Ούτε η Μυθολογία»

Με ένα χρόνο διαφορά οι δύο ποιητές γράφουν ποιήματα με το ίδιο ακριβώς θέμα. Μεσούσης της χούντας ψάχνουν τρόπους να γράψουν εναντίον της, αλλά με τρόπο συμβολιστικό, μέσα από τις πηγές της ιστορίας του παρελθόντος να μιλήσουν για το σήμερα. Πρώτος ο Γ. Ρίτσος στις 31 Μαρτίου του 1968 στην Λέρο γράφει το ποίημα αυτό. Ο Ρίτσος δείχνει πολύ απαισιόδοξος για το μέλλον, τα δίχτυα ψαρεύουν στον βούρκο, τα ψάρια είναι μαύρα , κανένα φως, καμιά ελπίδα από πουθενά. Ούτε καν η μέση λύση της Περσεφόνης με το μαγικό ρόδι του Πλούτωνα που την επανέφερε στον κάτω κόσμο, έστω για λίγο, δεν υπάρχει εδώ.

«ούτε η μυθολογία»

Έτσι τελειώνει η μέρα, με περίλαμπρα χρώματα, τόσο όμορφα, δίχως
να συμβεί τίποτα για μας. Οι φρουροί ξεχασμένοι στα φυλάκια.
Μια βάρκα πλέει στα ρηχά, σ’ ένα χρυσό, ρόδινο, ξένο.
Τα δίχτυα μες στο βούρκο να ψαρεύουν μαύρα ψάρια παχιά και γλοιώδη
αντανακλώντας τις λάμψεις του λυκόφωτος. Κι ύστερα, που άναψαν οι λάμπες μπήκαμε μέσα και ανατρέξαμε και πάλι στη Μυθολογία, αναζητώντας
κάποια βαθύτερη συσχέτιση, μια μακρινή, γενική αλληγορία
να πραΰνει τη στενότητα του ατομικού κενού. Δε βρήκαμε τίποτα.
Φτωχά μας φάνηκαν και τα κουκιά του ροδιού κι η Περσεφόνη
μπροστά στη νύχτα που κατέβαινε βαριά και στην απόλυτη απουσία.

Τρία χρόνια μετά, το 1971, ο Γ .Σεφέρης χωρίς να έχει υπόψη του το ποίημα το Γ. Ρίτσου, δεν είχε δημοσιευτεί ακόμα, γράφει το «Επί ασπαλάθων».
Ο Γ. Σεφέρης, σε αντίθεση με τον Γ. Ρίτσο, πιστεύει ότι η τιμωρία τους είναι νομοτελειακή βασιζόμενος σε ένα χωρίο από την πολιτεία του Πλάτωνα, όπου τύραννος είχε την τιμωρία που του άξιζε. Η τιμωρία του τυράννου δίνεται με βίαιη εικόνα, γδέρνεται ζωντανός πάνω στους αγκαθωτούς θάμνους τους ασπάλαθους. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη είναι πολιτικό και το μήνυμα είναι αισιόδοξο, προμαντεύει το τέλος της χούντας. 

«Επί ασπαλάθων…»

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη …
Γαλήνη.
– Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια ˙
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι.
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

31 του Μάρτη 1971



Αλέκος Παναγούλης

Υπόσχεση

Τα δάκρυα που στα μάτια μας
θα δείτε ν' αναβρύζουν
ποτέ μην τα πιστέψετε
απελπισιάς σημάδια.
Υπόσχεση είναι μοναχά
γι' Αγώνα υπόσχεση
(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, Φεβρουάριος 1972)
Vi scrivo da un carcere in Grecia, 1974

Διεύθυνσή μου

Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι
το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
Παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω
στην Ελλάδα
(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, 5 Ιουνίου 1971 – Μετά ξυλοδαρμό)
Vi scrivo da un carcere in Grecia, 1974.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου